Τραχανάς με Γάλα και Τυρί

6 09 2008

Τραχανάς.

 

 Είναι φαγάκι πανεύκολο. Ρίχνεις δύο φλυτζανάκια του καφέ τραχανά μαζί με λίγο νερό στην κατσαρόλα και τον βάζεις να βράσει σε χαμηλή φωτιά. Ζεσταίνεις σε ένα μπρίκι 2 – 3 κούπες γάλα (για να μην είναι παγωμένο όταν θα το ρίξεις μέσα) και το προσθέτεις στην κατσαρόλα μόλις ο τραχανάς μαλακώσει.  Αλατίζεις και ανακατεύεις κάθε τόσο με ξύλινη κουτάλα μέχρι να γίνει κρεμώδης και απαλός. Στο τέλος ρίχνεις τριμένη φέτα και προαιρετικά βούτυρο (εγώ το έχω κόψει εδώ και χρόνια, ακόμη και γάλα βάζω αποβουτυρωμένο, δεν πάω δα και στο χωράφι για σκάψιμο, ούτε καν στο γυμναστήριο). Ανακατεύεις, λοιπόν, απαλά και τον τρως μόλις κρυώσει λιγάκι. (Πρόσεξε πολύ γιατί μπορεί να σου κάψει τη γλώσσα, τόχει πάθει – και ξέρω – γιατί είμαι λαίμαργη)

Αυτή είναι η παραδοσιακή συνταγή σε light έκδοση. Αν τον θέλεις πιο φίνο, πέρασέ τον από το μούλτι να γίνει λείος σαν κρέμα και αντί για φέτα, ρίξε ψιλοτριμένη παρμεζάνα. Είναι και πολύ γιαμ γιαμμμ σου λέω. Μερικοί ρίχνουν και μπουκίτσες ψωμιού τηγανισμένες σε βούτυρο. Υπερβολή το βρίσκω, αλλά περί ορέξεως…

Μια ιστορία οικογενειακή

(*) Το σκληρό χειμώνα του ‘41-‘42 της πείνας και της συμφοράς (πλησιάζανε Χριστούγεννα) η γιαγιά μου η Κωστάντω περίμενε τα παιδάκια της, τον Σπύρο και τη Μαρία (ήταν ο μεγάλος γιος και η μεγάλη κόρη) να γυρίσουν από το Αγρίνιο όπου είχανε πάει να μαζέψουν ελιές.  Σε αντάλλαγμα για τη δουλειά τους θα παίρνανε λίγο λαδάκι για να τα βγάλει πέρα η οικογένεια το χειμώνα. Τα παιδιά αργούσαν, η γιαγιά ανησύχησε, έβαλε, λοιπόν, στον τορβά της ένα καρβέλι ψωμί , πήρε μαζί της και το Χρήστο το δεύτερο γιο της και ξεκίνησε να πάει να τα βρει. Η πορεία από το χωριό προς τα νότια ήταν πολύ δύσκολη, μη κοιτάς τώρα που έχει δρόμους αμαξητούς. Τότε μόνο κάτι μονοπάτια είχε και χιόνι πάρα πολύ που τους έφτανε μέχρι τη μέση.  Στο δρόμο συνάντησαν κιάλλους, έτσι είχαν τουλάχιστον παρέα, έπρεπε, όμως να μοιραστούν και το ψωμάκι τους μαζί τους. Το πρώτο βράδυ κοιμήθηκαν στον αχυρώνα ενός παπά, το δεύτερο φτάσανε σε ένα χωριό και ένας χωριάτης τους έβαλε να κοιμηθούν μέσα στο σταύλο του. Κάποτε και μετά από πολλά βάσανα φτάσανε στον ελαιώνα. Τα παιδιά, όμως, δεν τα βρήκαν γιατί είχαν ήδη φύγει για το χωριό, από άλλο δρόμο. Ετσι, η γιαγιά με το θείο πήραν το δρόμο της επιστροφής νηστικοί και ξεθεωμένοι από την κούραση.  Φτάσανε μέσα στη νύχτα στο Καρπενήσι και έπρεπε να περάσουν το ποτάμι, που σήμερα δεν έχει πια νερό. Ο Χρήστος δεν άντεξε άλλο. Επεσε κάτω λιπόθυμος. «Παιδί μου» φώναξε η μάνα του και τον άρπαξε στον ώμο της. Η γιαγιά ήταν μια ψηλή πολύ αδύνατη γυναίκα, έτσι ήταν το σκαρί της, είχε, όμως, μεγάλες αντοχές, ήταν σκληρή. Ετσι τη θυμάμαι κι εγώ μέχρι που πέθανε. Φορτωμένη με το γιο της, πέρασε το ποτάμι και πήγε κατευθείαν στο σπίτι της αδελφής της της Λένης, που έμενε κάπου εκεί.  «Αδελφή, άνοιξε, χάνω το παιδί μου απόψε» της ψιθύρισε και η Λένη άναψε φωτιά, τους έβαλε να ξαποστάσουν και να ζεσταθούν και τους έβρασε από ένα πιάτο τραχανά. Πριν καλά καλά  χαράξει,  φύγανε και φτάσανε στο Μεγάλο Χωριό με το πρώτο φως. Η μάνα μου συμπλήρωσε ότι έφεραν μαζί τους μπόλικες ψείρες και  κοριούς –τόσες νύχτες μέσα  σε σταύλους  και αχυρώνες τι περιμένεις –  και τους κόλησαν όλους μέσα στο σπίτι, τόσο που ακόμα τώρα θυμάται τη φαγούρα και το ξήσιμο σαν να ήταν χθες.

Advertisements




Κολοκυθοκορφάδες με Γάλα και Φέτα

6 09 2008

Είναι το αγαπημένο μου φαγάκι κάθε καλοκαίρι στο χωριό.

Πας το πρωί στον κήπο με τις κολοκυθιές, αν δεν έχεις δικό σου πας στον κήπο της θειας ή της γειτόνισσας και μαζεύεις βλαστάρια, πολύ μικρά κολοκυθάκια και μερικά λουλούδια. Αν θέλεις  προσθέτεις και μερικά βλήτα, η μάνα μου το κάνει πάντα.  Τα πλένεις καλά και τα βάζεις να βράσουν λίγο. Τα σουρώνεις και τα αφήνεις στην άκρη. Βάζεις στην κατσαρόλα λίγο λάδι, αν προτιμάς μπορείς να βάλεις και βούτυρο, κατά προτίμηση κατσικίσιο, τσιγαρίζεις ένα κρεμμυδάκι φρέσκο και ένα ξερό, ρίχνεις μέσα τα χόρτα και τα τσιγαρίζεις κι αυτά. Προσθέτεις λίγο (γιατί θα βγάλουν και τα δικά τους υγρά) νερό και λίγο γάλα φρέσκο, αλατοπιπερώνεις και τα αφήνεις να βράσουν σε χαμηλή φωτιά. Προς το τέλος, ρίχνεις και ένα μικρό πιάτο φέτα τριμένη. Ανακατέβεις απαλά και κατεβάζεις το φαγάκι από τη φωτιά. Τρώγεται χλυαρό αλλά είναι πολύ ωραίο και τηνάλλη μέρα κρύο.

Φέτος το καλοκαίρι στο Πεταλίδι δοκίμασα τη Μεσσηνιακή εκδοχή των κολοκυθοκορφάδων που μου άρεσαν επίσης πάρα πολύ! Αντί για γάλα και φέτα ήταν μαγειρεμένα με φρέσκια ντομάτα και πολλά αρωματικά: μάραθο, δυόσμο, μαϊντανό και σέσκουλο.