Τραχανάς alla arrabiata

26 09 2008

Ζήτω ο ροζ καυτερογλυκοξινούτσικος τραχανάς!

«Τι ανακατεύεις εκεί πέρα; Τι είναι αυτό που ακούγεται;»  ρώτησα το αδελφάκι μου χθες το βράδυ την ώρα που μιλάγαμε στο τηλέφωνο. «Ένα τραχαναδάκι φιάχνω, εσύ τα φας;» μου λέει, «κοίτα να δεις  κι εγώ τραχανά βράζω» του απαντάω και βάζουμε αμέσως  τα γέλια.  «Ακου να σου πω, τον βαρέθηκα άσπρο, συνεχίζει, τώρα τελευταία του βάζω και σάλτσα ντομάτα, δοκίμασέ τον με την αραμπιάτα,  ξέρεις ποια,  αυτή από το ράφι του Βασιλόπουλου με τα βιολογικά, γίνεται καταπληκτικός! Τον μαγειρεύεις κανονικά με γάλα και φέτα, στο τέλος βάζεις και λίγη σάλτσα, δοκιμάζεις πόσο καυτερό τον θέλεις».  Μια και δυο λοιπόν σήμερα αγόρασα σαλτσούλα arrabiata της Bio Farma και έφιαξα την καινούργια εκδοχή του τραχανά που είναι η εξής πεντανόστιμη:

Βράζω 3 φλυτζανάκια του καφέ νερό με ένα φλυτζανάκι τραχανά γλυκό λεπτοκομένο και λίγο αλατάκι, προσθέτω 3 φλυτζανάκια φρέσκο γάλα και τον αφήνω να σιγοβράσει σε πολύ χαμηλή φωτιά μέχρι να μαλακώσει τελείως και να αρχίσει να πήζει. (Πρόσεξε, τώρα γιατί αν ξεχαστείς και δυναμώσεις τη φωτιά, τον έχασες. Θα φουσκώσει και θα χυθεί όλος έξω από το κατσαρόλι και ότι μείνει θα κολήσει στον πάτο και θα γίνει καρβουνάκι.) Προσθέτω ένα κομμάτι κατσικίσιο τυρί  (ή φέτα) στο μέγεθος σπιρτόκουτου, που το έχω θρυματίσει καλά καλά με ένα πηρούνι. Ανακατεύω και ρίχνω  3 γεμάτες κουταλιές της σούπας καυτερή σάλτσα ντομάτας. Το αφήνω να πάρει άλλη μια βράση και τον βάζω στο μούλτι. Χτυπάω καλά καλά μέχρι να γίνει κρέμα και το ξαναρίχνω στην κατσαρόλα για 1-2 λεπτά.

Είναι τέλειος!

 

 

Advertisements




Εχουμε Τραχανά Απλωμένο

6 09 2008

 

φρ�σκος τραχανάς
φρέσκος τραχανάς

Σήμερα φιάξαμε με τη μαμά μου τραχανά.

 

 

 

 Μπορώ, δηλαδή, νάμαι για κάτι υπερήφανη κι εγώ σαν Ρουμελιώτισσα μαγείρισσα. Γιατί, ναι μεν δεν τάχω καταφέρει ακόμη να ανοίξω φύλο χωρίς τρύπες  -με τον λεπτό πλάστη εννοείται-  φιάχνω, όμως, τραχανά!

 

 

  

Το βασικό εργαλείο είναι το ρομόνι,  πάνω στο οποίο τρίβεις το ζυμάρι για να γίνουν οι σβώλοι του τραχανά.  Το δικό μας το φυλάει η μάνα μου σαν τα μάτια της. Το κληρονόμησε από τη γιαγιά  μου, την Κωστάντω, που αν ζούσε τώρα θάταν 115 χρονών, φαντάσου δηλαδή πόσους οκάδες τραχανά έχει τρίψει αυτό το ιστορικό εργαλείο! Κάθε χρόνο τέτοιο καιρό, φιάχνουμε πρώτα εμείς τον τραχανά μας και μετά το ρομόνι περιοδεύει –μαζί με τη μαμά μου, φυσικά… δεν το αποχωρίζεται ποτέ, όπως κατάλαβες, γιατί είναι αυτό που τη συνδέει με τη μάνα της- σε θειάδες και ξαδέρφες για να φιάξουν κι αυτές τον τραχανά του χειμώνα. Δεν ξέρω αν είναι πρόφαση για να βρεθούν και να κάνουν κάτι όλες μαζί, άλλωστε, έτσι του πρέπει. Κάποτε, στα χωριά  τον τραχανά τον τρίβανε όλες μαζί οι γειτόνισσες στις αυλές με τραγούδια και κουβεντολόι και τα πιτσιρίκια βάζανε κι αυτά από δίπλα ένα χεράκι. Τώρα πάνε αυτά.

τραχανάς στο ρομόνι

τραχανάς στο ρομόνι

Βρες, λοιπόν, ένα ρομόνι και ξεκίνα. Στρώσε, ένα μεγάλο άσπρο σεντόνι στο κρεβάτι που θα απλώσεις τον τραχανά, κι άλλο ένα μικρότερο στο τραπέζι που θα τον φιάξεις. Σε μια λεκάνη, κοσκίνισε το αλεύρι και άρχισε να το τρίβεις  με το γάλα μέχρι να γίνουν σβώλοι θρουλιστοί. Εμείς βάλαμε συνολικά πέντε κιλά κίτρινο σκληρό σταρένιο αλεύρι και δύο λίτρα φρέσκο κατσικίσιο γάλα Βέρο Κρητικό, ελαφρύ, με 1,5% λιπαρά. (Μπορείς  να το κάνεις με ότι γάλα θέλεις, κατά προτίμηση φρέσκο, καλό θα γίνει).  Αφού το δουλέψαμε καλά καλά για ώρα (δεν πρέπει να γίνει ζυμάρι, χρειάζεται να είναι πιο στεγνό) το πέρναμε με τις χούφτες και το τρίβαμε πάνω στο ρομόνι.  Από κάτω έτρεχε σε λεπτά τρίματα ο φρέσκος τραχανάς. Κάθε φορά που γινόταν ένα λοφάκι, το έπαιρνα μέσα στο σεντόνι, το άδειαζα στο κρεβάτι και το άπλωνα. Στο τέλος έμειναν μερικά σβωλαράκια –μπιρμπιλόνια τάλεγε η γιαγιά μου- ζύμης, που τα μαγείρεψα επί τόπου με μια απλή σαλτσούλα ντομάτα.

Μου μπήκε μια ιδέα, όμως. Γίνεται τραχανάς με καλαμποκάλευρο;  Εχει δοκιμάσει να φιάξει κάποιος; Η μάνα μου δεν είχε ιδέα και όπως συνήθως –επειδή είναι πολύ αντιδραστική- στήσαμε και  ένα καυγαδάκι. Αντί να το σκεφτεί και να πει π.χ. «λες βρες παιδί μου να γίνεται;»  -έτσι έγινε και με τη μαρμελάδα με σταφυλόζουμο: στην αρχή δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα και σήμερα μου έδωσε να δοκιμάσω τη δική της εκδοχή ανάμεικτη δαμάσκηνο και ροδάκινο, είναι να μη νευριάζω λοιπόν; Αρχισε: «Τι είναι τώρα αυτό που λες, τραχανάς με μπομπότα δεν γίνεται, αποκλείεται σου λέω» «Και γιατί παρακαλώ να μη γίνεται; Να το δοκιμάσουμε» της έλεγα εγώ και πράγματι, λέω το άλλο Σάββατο να δοκιμάσω μια μικρή ποσότητα να δω τι θα βγει

Τέλος πάντων, ο απλωμένος τραχανάς θα μείνει μια βδομαδα περίπου στο κρεβάτι για να στεγνώσει, να ξέρεις δεν πρέπει να τον δει ο ήλιος. Μετά, θα τον περάσουμε από τη σίτα για να πέσει το αλεύρι –το οποίο με λίγο ακόμη γαλατάκι θα δώσει κι άλλο τραχανά- και θα τον απλώσουμε ξανά. Χρειάζονται άλλες δέκα μέρες περίπου για να στεγνώσει πολύ καλά και να μην κινδυνεύει να μουχλιάσει. Μετά θα μπει σε πάνινες σακούλες και θα «ξεχειμωνιάσει» σε ένα δροσερό δωμάτιο. Εγώ προτιμώ να παίρνω από τον τραχανά της μαμάς μου μικρές ποσότητες σε σακουλάκια και να τον φυλάω στο ψυγείο. Ετσι δεν παθαίνει ποτέ τίποτα.  

 

 





Τραχανάς με Γάλα και Τυρί

6 09 2008

Τραχανάς.

 

 Είναι φαγάκι πανεύκολο. Ρίχνεις δύο φλυτζανάκια του καφέ τραχανά μαζί με λίγο νερό στην κατσαρόλα και τον βάζεις να βράσει σε χαμηλή φωτιά. Ζεσταίνεις σε ένα μπρίκι 2 – 3 κούπες γάλα (για να μην είναι παγωμένο όταν θα το ρίξεις μέσα) και το προσθέτεις στην κατσαρόλα μόλις ο τραχανάς μαλακώσει.  Αλατίζεις και ανακατεύεις κάθε τόσο με ξύλινη κουτάλα μέχρι να γίνει κρεμώδης και απαλός. Στο τέλος ρίχνεις τριμένη φέτα και προαιρετικά βούτυρο (εγώ το έχω κόψει εδώ και χρόνια, ακόμη και γάλα βάζω αποβουτυρωμένο, δεν πάω δα και στο χωράφι για σκάψιμο, ούτε καν στο γυμναστήριο). Ανακατεύεις, λοιπόν, απαλά και τον τρως μόλις κρυώσει λιγάκι. (Πρόσεξε πολύ γιατί μπορεί να σου κάψει τη γλώσσα, τόχει πάθει – και ξέρω – γιατί είμαι λαίμαργη)

Αυτή είναι η παραδοσιακή συνταγή σε light έκδοση. Αν τον θέλεις πιο φίνο, πέρασέ τον από το μούλτι να γίνει λείος σαν κρέμα και αντί για φέτα, ρίξε ψιλοτριμένη παρμεζάνα. Είναι και πολύ γιαμ γιαμμμ σου λέω. Μερικοί ρίχνουν και μπουκίτσες ψωμιού τηγανισμένες σε βούτυρο. Υπερβολή το βρίσκω, αλλά περί ορέξεως…

Μια ιστορία οικογενειακή

(*) Το σκληρό χειμώνα του ‘41-‘42 της πείνας και της συμφοράς (πλησιάζανε Χριστούγεννα) η γιαγιά μου η Κωστάντω περίμενε τα παιδάκια της, τον Σπύρο και τη Μαρία (ήταν ο μεγάλος γιος και η μεγάλη κόρη) να γυρίσουν από το Αγρίνιο όπου είχανε πάει να μαζέψουν ελιές.  Σε αντάλλαγμα για τη δουλειά τους θα παίρνανε λίγο λαδάκι για να τα βγάλει πέρα η οικογένεια το χειμώνα. Τα παιδιά αργούσαν, η γιαγιά ανησύχησε, έβαλε, λοιπόν, στον τορβά της ένα καρβέλι ψωμί , πήρε μαζί της και το Χρήστο το δεύτερο γιο της και ξεκίνησε να πάει να τα βρει. Η πορεία από το χωριό προς τα νότια ήταν πολύ δύσκολη, μη κοιτάς τώρα που έχει δρόμους αμαξητούς. Τότε μόνο κάτι μονοπάτια είχε και χιόνι πάρα πολύ που τους έφτανε μέχρι τη μέση.  Στο δρόμο συνάντησαν κιάλλους, έτσι είχαν τουλάχιστον παρέα, έπρεπε, όμως να μοιραστούν και το ψωμάκι τους μαζί τους. Το πρώτο βράδυ κοιμήθηκαν στον αχυρώνα ενός παπά, το δεύτερο φτάσανε σε ένα χωριό και ένας χωριάτης τους έβαλε να κοιμηθούν μέσα στο σταύλο του. Κάποτε και μετά από πολλά βάσανα φτάσανε στον ελαιώνα. Τα παιδιά, όμως, δεν τα βρήκαν γιατί είχαν ήδη φύγει για το χωριό, από άλλο δρόμο. Ετσι, η γιαγιά με το θείο πήραν το δρόμο της επιστροφής νηστικοί και ξεθεωμένοι από την κούραση.  Φτάσανε μέσα στη νύχτα στο Καρπενήσι και έπρεπε να περάσουν το ποτάμι, που σήμερα δεν έχει πια νερό. Ο Χρήστος δεν άντεξε άλλο. Επεσε κάτω λιπόθυμος. «Παιδί μου» φώναξε η μάνα του και τον άρπαξε στον ώμο της. Η γιαγιά ήταν μια ψηλή πολύ αδύνατη γυναίκα, έτσι ήταν το σκαρί της, είχε, όμως, μεγάλες αντοχές, ήταν σκληρή. Ετσι τη θυμάμαι κι εγώ μέχρι που πέθανε. Φορτωμένη με το γιο της, πέρασε το ποτάμι και πήγε κατευθείαν στο σπίτι της αδελφής της της Λένης, που έμενε κάπου εκεί.  «Αδελφή, άνοιξε, χάνω το παιδί μου απόψε» της ψιθύρισε και η Λένη άναψε φωτιά, τους έβαλε να ξαποστάσουν και να ζεσταθούν και τους έβρασε από ένα πιάτο τραχανά. Πριν καλά καλά  χαράξει,  φύγανε και φτάσανε στο Μεγάλο Χωριό με το πρώτο φως. Η μάνα μου συμπλήρωσε ότι έφεραν μαζί τους μπόλικες ψείρες και  κοριούς –τόσες νύχτες μέσα  σε σταύλους  και αχυρώνες τι περιμένεις –  και τους κόλησαν όλους μέσα στο σπίτι, τόσο που ακόμα τώρα θυμάται τη φαγούρα και το ξήσιμο σαν να ήταν χθες.