Σαλαμίνα, η παρεξηγημένη

4 09 2012

Η πρώτη μου επίσκεψη στη Σαλαμίνα εκείνη την αποφράδα Κυριακή στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ήταν δραματική, γι’αυτό και το ορκίστηκα. Θα ήταν η τελευταία.  Πρόσφατα, όμως, καταπάτησα  τον όρκο μου και ευτυχώς. Γιατί ένα Σαββατοκύριακο του Αυγούστου στο νησί ήταν αρκετό για να αρθούν όλες οι παρεξηγήσεις.

Η εικόνα τα λέει όλα. Ο βαρκάρης να κρατάει τη βάρκα ακίνητη με τα κουπιά του κι εμείς με τον αδελφό μου, δύο πιτσιρίκια χλωμά χωρίς πνοή να βήχουμε μέχρι σκασμού, σκυμένα πάνω από μια κουπαστή ενώ ο πατέρας μάς κρατούσε γερά από το σβέρκο μην τύχει και του ξεγλυστρήσουμε μέσα στο νερό.

Οι οδηγίες ήταν ρητές. Επρεπε να παίρνουμε βαθειές ανάσες, γιατί το οξυγόνο που έβγαινε από τα φύκια θα μας γιάτρευε, λέει, από τον κοκκύτη. Ο γλυκός μου πατέρας λάτρευε τις εναλλακτικές θεραπείες. Δεν χρειάστηκε λοιπόν και πολλή προσπάθεια ο φίλος του ο Σαλαμίνιος ψαράς  για  να τον πείσει ότι θα γίνουμε γρήγορα καλά αν μας κρέμαγε σαν σφαχτάρια πάνω από το θαλασσινό νερό. Όσο για τη μάνα μας, άλλο που δεν ήθελε να γλυτώσει μερικές ώρες από τα γκουχ γκουχ και τις γκρίνιες των άρρωστων παιδιών της.  Μας έντυσε στο άψε σβήσε, ψέλισε καλού κακού ένα «μήπως γίνουν χειρότερα βρε Χαράλαμπε», και φύγαμε πρωί πρωί από την Αθήνα με αναρωτική.

Μα τι ανάσα να πάρεις; Δεν έφτανε ο βήχας που σου την έκοβε μαχαίρι. Ητανε κι εκείνα τα μυθικά μαύρα φυτά που έμοιαζαν με φίδια βιδωμένα στο βυθό έτοιμα να μας κατασπαράξουν.  Με το αδελφάκι μου, μια κοιταζόμαστε απελπισμένοι και μια κοιτάζαμε τα φύκια, που κινιόντουσαν δυσοίωνα,  αργά αργά μπροστά στα μάτια μας.

Τέλος πάντων κάποια ώρα ο εφιάλτης τέλειωσε, γυρίσαμε σπίτι εξουθενωμένοι έχοντας ρουφήξει μπόλικοι θαλασσινό αέρα, μετά από μερικές ημέρες ο κοκκύτης πέρασε, αλλά πια κουβέντα δεν ήθελα να ακούσω για Κούλουρη, Παλούκια Σελήνια και Φανερωμένη –άσε που ηχούσαν και κάπως βάρβαρα στ’αυτιά μου- μέχρι και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας έκανα delete από τη μνήμη μου. Μου ήταν ανυπόφορη η σκέψη του λαβωμένου πολεμιστή, Ελληνα ή Πέρση δεν έχει σημασία, που έπεφτε στα σκοτεινά νερά, και μάλιστα, χωρίς καν να ξέρει κολύμπι.

Τα χρόνια πέρασαν και εννοείται πώς αρνήθηκα κάθε πρόσκληση μέχρι πρόσφατα που η αντιστασή μου εκάμφθη από τον ενθουσιασμό των φίλων μου οι οποίοι έχουν εξοχικό εκεί πέρα σε έναν ωραίο λόφο.

Και είχαν απόλυτα δίκιο. Περάσαμε καταπληκτικά . Κολυμπήσαμε σε ωραίες παραλίες, ο φίλος μου ο καπετάνιος με διαβεβαίωσε ότι τα γκαζάδικα που βλέπαμε στο βάθος μπροστά μας  (και ήταν πολύ γοητευτική η εικόνα) δεν τολμάνε να λερώσουν τη θάλασσα γιατί υπάρχουν ανιχνευτές και πρόστιμα υπέρογκα.

Φάγαμε επίσης εξαιρετικά. Ενώ στα περισσότερα  νησιά σου σερβίρουν ψάρι κατεψυγμένο και σε τιμές απλησίαστες, στη Σαλαμίνα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ξέρουν να φάνε οι άνθρωποι. Έχουν θαυμάσια ψαραγορά, δίπλα γίνεται και λαϊκή ακόμα και θαλασσινά καλλιεργούν.

Ψήσαμε στη φωτιά γαρίδες και λαβράκια,   απολαύσαμε ολόφρεσκα στρείδια, μύδια και γυαλιστερές από τον πάγκο του Βαγγέλη (στη λεωφόρο Αιαντείου) και κάναμε ένα γερό τσιμπούσι με τρυφερά πλοκάμια  χταποδιού στη σχάρα και τηγανητά μπαρμπούνια και κουτσομούρες  στο Αγκυροβόλι, δίπλα στην αγορά.

Στο πλαϊνό τραπέζι μερικοί ψαράδες είχαν επιδοθεί σε πραγματική βρεφοκτονία, τα είχαν ψαρέψει μόνοι τους, βλέπεις, τα μωρά της κουτσομούρας. Τα δικά μας όμως, φυσιολογικού μεγέθους, ήταν πολύ πιο νόστιμα. Σας διαβεβαιώ. (Ναι το ομολογώ, είχα την περιέργεια και τα δοκίμασα τα τηγανισμένα βρέφη μόλις ήρθε το κέρασμα από δίπλα.)

Κατά τα άλλα η  Σαλαμίνα είναι το νησί της παράγκας και του προκάτ. Μου έκανε εντύπωση ο μεγάλος αριθμός τους. Ολα περιποιημένα βέβαια, δεν υπάρχει πια φτώχεια και μιζέρια στο νησί. Και ανάμεσά τους μερικά εξαιρετικά νεοκλασικά και βίλες των αρχών του 20ου αιώνα αλλά και υπερπολυτελείς, ταυτοχρόνως, μίνιμαλ νέες κατασκευές.

Το μόνο που μας χάλασε -άκουγα και άλλους κολυμβητές να το συζητάνε εκείνο το βραδάκι στο Αιάντειο- ήταν η μυρωδιά των σκουπιδιών που ήταν παραταγμένα σε λόφους ακριβώς πίσω μας στην πλάτη της στενής παραλίας, η οποία βρίσκεται 5-6 σκαλάκια κάτω από το επίπεδο του δρόμου. Κρίμα δεν είναι; Ας το ακούσουν οι δημοτικές αρχές. Γιατί δεν φαντάζομαι ότι από σύμπτωση και μόνο δεν τα μαζέψανε εκείνη την ημέρα.

Με άφησαν όμως κατάπληκτη οι ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες. Ενώ για να πας π.χ.στη Σκιάθο και στη Σκόπελο φτύνεις αίμα κανονικά  (ένα καράβι την ημέρα υπάρχει από τον Αγιο Κωνσταντίνο και ένα απογευματινό καταμαράν, άντε και άλλο ένα από Κύμη κι αυτά μόνο το καλοκαίρι, γιατί το  χειμώνα πρέπει να φτάσεις μέχρι Βόλο για να περάσεις απέναντι στις Σποράδες)  η σύνδεση Περάματος – Σαλαμίνας είναι συνεχής και μάλιστα όλο το 24ωρο. Το ταξίδι διαρκεί με το φέρι – κλασική παντόφλα, μπαίνεις από τη μια και βγαίνεις από την άλλη- περίπου ένα τεταρτάκι και τα εισητήρια είναι πολύ φθηνά, λιγώτερο από ένα ευρώ/άτομο. Κόβονται μάλιστα στην πύλη –σα να περνάς από διόδια- χωρίς  καμμία καθυστέρηση. Γιαυτό λοιπόν κι εμείς, μια μεγάλη παρέα, κανονίσαμε να πεταχτούμε αύριο βράδυ στο «Αγκυροβόλι» (δίπλα στην ψαραγορά, τηλ: 210-4650878). Για μπύρες και καλαμαράκια.

Α,  και να μην το ξεχάσω, φύκια όσο κι αν έψαξα δεν βρήκα πουθενά. Μόνο γάργαρα νερά που ξεπλένανε τα βότσαλα στις παραλίες. Αγαπημένη μου είναι το Πέρανι, μια απέραντη παραλία με τα πιο μεγάλα αρμιρίκια που έχετε δει ποτέ, που σε διακτινίζουν κατευθείαν στα ρομαντικά καλοκαίρια της δεκαετίας του ’60.

Περισσότερες φωτογραφίες δείτε εδώ:

https://www.facebook.com/media/set/?set=a.4453447579175.180958.1379121098&type=1&l=2b8b63e7c2

Advertisements




Γλώσσες αχνιστές στο τηγάνι και σούπα λαχανικών

14 01 2012

Ενα μήλο Τριπόλεως, ένα κυδώνι, μερικά κυβάκια κολοκύθας (τα υπόλοιπα μπήκαν κατ’ευθείαν στην κατάψυξη), τέσσερα κάστανα, ένα πράσο, ένα κλαδάκι σέλινο, μια χούφτα αρακάς κι ένα μπουκετάκι μπρόκολο, όλα μαζί στην κατσαρόλα και σε χαμηλή φωτιά να βράσουν μέχρι να μαλακώσουν.

Για άρωμα λίγη πιπεριά καπνιστή (μπούκοβο), μια σταλιά φρέσκο δενδρολίβανο, 2 γαρύφαλλα και ένα ξυλάκι κανέλα. Τα σκληρά, τα έβαλα  μαζί με τα κουκούτσια του κυδωνιού στη σίτα-παραμάνα του τσαγιού.

Νερό να τα σκεπάσει και βράσιμο σε χαμηλή φωτιά σκεπασμένα μέχρι να μαλακώσουν, τα λαχανικά. Α, ναι και αλατοπίπερο.

Τα κάστανα, σκέφτηκα να τα χαράξω και να τα ρίξω με τη φλούδα αλλά ήταν ολόφρεσκα – τα είχα πάρει κι αυτά το πρωί από τη (βιολογική) αγορά των παραγωγών  στην Κυψέλη- και η φλούδα τους έφυγε πολύ εύκολα.

Οταν βράσανε, έγινε μια σούπα πεντανόστιμη, σκέφτομαι όμως ότι θάταν πιο ισορροπημένη η γεύση της με λιγότερο κυδώνι (ή έστω πιο ψιλοκομμένο) και οπωσδήποτε περισσότερα κάστανα  που δίνουν πλούτο, σα να τρως κρέας. Και το ζουμί της καταπληκτικό, μμμ!!! (Α, ναι στη φάση αυτή «ψάρεψα» τα κάστανα και τους έβγαλα την εσωτερική φλούδα.)

Ομως σήμερα με το ψάρι, τα ήθελα λιωμένα τα λαχανικά, τα χτύπησα λοιπόν με το μπλέντερ – ράβδο μέσα στην κατσαρόλα.

Εντωμεταξύ οι γλώσσες (Καλλιμάνη, είναι οι πιο νόστιμες κατεψυγμένες που έχω δοκιμάσει) ήταν από το πρωί στο ψυγείο σε μαρινάδα. Αφού ξεπάγωσαν τις έβαλα να μαριναριστούν σε χυμό από μισό γκρέιπφρουτ, δύο μανταρίνια, μισό λεμόνι και λίγο χυμό ροδιού.

Και μετά στο τηγάνι (Τεφάλ) να αχνιστούν για μερικά λεπτά, -γυρίζουμε τα φιλέτα μια δυο φορές να πάρουν μια βράση και από τις δυο πλευρές- με ελάχιστο λάδι, δύο τρεις  κουταλιές μαρινάδας, δύο φυλλαράκια φασκόμηλο και μια ιδέα φλισκούνι (μέντα Ηπειρώτικη). Αν δεν έχετε στον κήπο σας, προτείνω μια βόλτα μέχρι τον οίκο τσαγιών Madras (www.madras.gr) στον Πειραιά που έχει τα καλύτερα.

Αυτό ήταν. Και μετά στα πιάτα με μερικές σταγόνες αγουρέλαιο.  Γεύση; Απολαυστική. Είχα πολύ καιρό να μπω στην κουζίνα, όμως το ευχαριστήθηκα σήμερα το μαγείρεμα. Όπως πάντα δηλαδή και από την πρώτη στιγμή που έβαλα κάτω την κολοκύθα και την έκανα κομμάτια. 🙂





Συνταγές noir

12 09 2010

Οι συνταγές του Φαμπιό από το βιβλίο του  Ζαν Κλωντ Ιζζό «Το μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας»

ΤΣΙΠΟΥΡΑ ΚΑΙ ΣΑΛΤΣΑ ΓΙΑ ΛΑΖΑΝΙΑ ΜΕ ΜΑΡΑΘΟ

«…Βάλθηκα να μαγειρεύω από το πρωί ακούγοντας παλιά μπλουζ του Lightnin’Hopkins. Καθάρισα πρώτα την τσιπούρα, παραγέμισα με μάραθο και της έριξα μπόλικο λαδάκι. Μετά, ετοίμασα τη σάλτσα για τα λαζάνια. Ό,τι έμεινε από το μάτσο του μάραθου το είχα βάλει να βράσει σε χαμηλή φωτιά μέσα σε νερό μ’αρκετό αλάτι και λίγο βούτυρο. Λάδωσα καλά το τηγάνι και τσιγάρισα λεπτές φέτες κρεμμύδι, σκορδάκι και ψιλοκομμένη πιπεριά. Πρόσθεσα τότε ένα κουτάλι σούπας ξίδι και κάτι ντομάτες που είχα βουτήξει προηγουμένως σε καυτό νερό και τις είχα κόψει σε μικρούς κύβους. Οταν εξατμίστηκε το νερό έριξα και το μάραθο.

Ηρέμησα επιτέλους. Πάντα το μαγείρεμα μου ‘κανε καλό. Δεν χανόμουνα μέσα σε δύσκολους λαβύρινθους σκέψεων. Η κούτρα μου λειτουργούσε για να υπηρετήσει μόνο μυρωδιές, γεύσεις, απολαύσεις…»

ΓΛΩΣΣΕΣ ΒΑΚΑΛΑΟΥ ΣΤΑ ΚΑΡΒΟΥΝΑ

«Είχα ετοιμάσει στην ταράτσα μια καλή θράκα. Η Ονορίν έφερε τις γλώσσες βακαλάου. Τις είχε σ’ένα πήλινο δοχείο να μουλιάζουν στο λάδι κι είχε προσθέσει κομμένο μαϊντανό και πιπέρι. Όπως μου είχε ζητήσει, είχα ετοιμάσει πολτό για τηγανίτες προσθέτοντας, καλά χτυπημένο, το ασπράδι δύο αβγών.

Οι γλώσσες βακαλάου είναι φίνο πιάτο, μας εξήγησε στο τραπέζι. Μπορείς να τις τοιμάσεις «ω γκρατέν» με μια σάλτσα θαλασσινών «α λα προβανσάλ» στο χαρτί, ή ακόμα να τις φτιάξεις στην κατσαρόλα με λίγες τρούφες ψιλοκομμένες και μανιτάρια. Ο καλύτερος τρόπος όμως ήταν, επέμενε, με τηγανίτες.»

ΠΙΠΕΡΙΕΣ «Α ΛΑ ΡΟΥΜΑΙΝ»

«Ο τρόπος με τον οποίο έφτιαχνε η Ονορίν τις γεμιστές πιπεριές ήταν μοναδικός. Τον ονόμαζε «α λα ρουμαίν». Γέμιζε τις πιπεριές με ρύζι, κιμά από χοιρινό και λίγο απόι μοσχάρι, αρκετό αλάτι, μπόλικο πιπέρι και τις τοποθετούσε σε μια πήλινη χύτρα, καλύπτοντάς τες με νερό. Πρόσθετε τότε ντοματοπελτέ, θυμάρι, δάφνη και θρούμπι. Τις άφηνε να βράσουν σε πολύ χαμηλή φωτιά χωρίς καπάκι. Η γεύση τους ήταν εξαίρετη, κυρίως αν τους πρόσθετες την τελευταία στιγμή από μια κουταλιά κρέμα γάλακτος…»

ΤΟ ΣΩΣΤΟ ΜΟΥΛΙΑΣΜΑ ΤΟΥ ΜΠΑΚΑΛΙΑΡΟΥ

«Ως προς τη σκορδαλιά, μόνο η Ονορίν έφτανε τη Σελέστ. Μούλιαζε όσο έπρεπε το βακαλάο να βγάλει τ’αλάτι, πράγμα σπάνιο. Συνήθως τον άφηναν να μουλιάζει με τις ώρες και τον ξέπλεναν μόνο με δύο νερά ενώ χρειάζονται περισσότερα. Την πρώτη φορά πρέπει πρέπει να μουλιάσει οχτώ ώρες και μετά τρεις φορές από δύο ώρες. Πρέπει ακόμα να τον ρίξεις να βράσει μέσα σε νερό που μόλις είχε αρχίσει να τρεμουλιάζει, με μάραθο και μερικούς κόκκους πιπέρι.»

Ο Ζαν Κλωντ Ιζζό γεννήθηκε το 1945 στη Μασσαλία από πατέρα Ιταλό και μητέρα Ισπανίδα. Πέθανε τον Ιανουάριο του 2000. Έγραψε πέντε μυθιστορήματα, ποιήματα και διηγήματα. Το «Μαύρο τραγούδι της Μασσαλίας» (Total Kheops) ανήκει σε μια τριλογία αφιερωμένη στη Μασσαλία. Τα άλλα δύο βιβλία της τριλογίας είναι: «Το τσούρμο» και «Solea»





Cullen Skink με Πανγκάσιο;

10 10 2008

΄Ασε καλύτερα…

Cullen Skink λένε ένα παραδοσιακό σκωτζέζικο φαγάκι, που γίνεται με Finnan haddie (haddock) ένα είδος καπνιστού μπακαλιάρου – να το ξεκαθαρίσουμε  πήρε το όνομά του από το Findon ένα ψαροχώρι κοντά στο Aberdeen και   όχι από τη Φινλανδία που είχε πάρει κάπου κάποτε το μάτι μου. Μου το θύμισε η heart ‘nsoul και είπα να το φιάξω. Για πρώτη φορά. Ομως έκανα δυο λάθη. Το ένα είναι ότι αντί να ξεκινήσω με τη βασική συνταγή (μόνο ψάρι, κρεμμύδι, πατάτες, γάλα και βούτυρο), είπα να κάνω απ’ευθείας μια πειραγμένη που δεν μου βγήκε τόσο καλή.  Το δεύτερο λάθος είναι ότι αντί για (φρέσκο) μπακαλιαράκι που δεν βρήκα έβαλα φιλέτο ενός ψαριού που ακούει στο παράξενο όνομα πανγκάσιο. Το δοκίμασα για πρώτη φορά αλλά μάλλον δεν θα το ξανακάνω. (* Μήπως ξέρεις ιταλικά; Αν ναι, δες στο τέλος κάτι που βρήκα στο Ιντερνετ και πες μας τι λέει. Ιταλίδες νοικοκυρές ψάχνονται και ρωτάνε τι είναι αυτό το πανγκάσιο που βρήκανε στο σούπερ μάρκετ. Εμένα με τις λίγες γνώσεις μου πάντως δυσοίωνη μου φάνηκε η απάντηση)

Τι έκανα; Πρώτον το «κάπνισα». Μια μέθοδο  για να καπνίσεις κάτι στο σπίτι μου είχε πει προ καιρού ο Ζερόμ Σερ (τόκανε μπροστά μου), ο υπέροχος γάλλος σεφ του Πιλ Πουλ: Βάζεις στον πάτο μιας κατσαρόλας λίγο (καθαρό) πριονίδι κατά προτίμηση από καρυδιά, καστανιά, πεύκο  ή συκιά, από πάνω ακουμπάς μια σχαρίτσα και πάνω της βάζεις τα κομμάτια που θέλεις να καπνίσεις (κρέας, μπιφτέκια, φουα γκρα, ή ότι άλλο θέλεις). Καπακώνεις την κατσαρόλα και τη βάζεις στη φωτιά για λίγα λεπτά (3-4 το πολύ) Το πριονίδι καίγεται και καπνίζει, το αποτέλεσμα είναι πολύ καλό αλλά εμένα δεν μου φαίνεται και πολύ εύκολο. Προτιμώ τη λύση του τσαγιού που έμαθα μια μέρα που ήμουν στο Madras. Μια κυρία μας είπε ότι αγοράζει  Lapsang Souchong μόνο και μόνο για να καπνίζει το φρέσκο σολομό πριν τον ψήσει.  Το έκανα αμέσως και έγινε τέλειο. Φιάχνεις ένα δυνατό καπνιστό τσάι, το αφήνεις να κρυώσει και βάζεις το ψάρι να μαριναριστεί για 2-3 ώρες ή περισσότερο.

Πάμε τώρα στο πανγκάσιο και στο Cullen Skink. Στη φωτογραφία βλέπεις όλα τα υλικά που χρησιμοποίησα, λείπει μόνο το βούτυρο και το κρεμμυδάκι ενώ το επιπλέον που πρόσθεσα στη σκωτσέζικη συνταγή  είναι το καλαμπόκι. Πρώτα έβρασα τις πατάτες μέσα σε αλατόνερο μαζί με 2 φυλλαράκια δάφνης και κόκκους πιπεριού. Τις στράγγισα και τις έλιωσα με το πηρούνι. Επειδή ήμουν ανυπόμονη δεν μπορούσα να περιμένω να μαριναριστεί το ψάρι. Εφιαξα, λοιπόν, ένα νεροπότηρο δυνατό καπνιστό τσάι (με Lapsang Souchong φυσικά), το άφησα να κρυώσει  και έβαλα το φιλέτο να βράσει 4-5 λεπτά μέσα στο τσάι μαζί με το ψιλοκομένο κρεμμυδάκι και ένα μικρό φύλλο δάφνης. Εβγαλα το ψάρι σε ένα πιάτο και το μάδησα σε κομμάτια. Αφησα το ζουμί να βράσει περίπου ένα τεταρτάκι, πέταξα τη δάφνη, πρόσθεσα μερικούς κόκκους μαύρο πιπέρι και ένα ποτήρι γάλα. Οταν πήρε βράση έριξα πάλι το ψάρι, τις λιωμένες πατάτες και τους σπόρους από μισό καλαμπόκι βρασμένο .  Από πάνω έτριψα μπόλικο μαύρο πιπέρι και έριξα μια τούφα ψιλοκομένο μαϊντανό. Ετοιμη η παχουλή σουπίτσα. Οι Σκωτσέζοι την περιχύνουν και με μερικά κομματάκια φρέσκο βούτυρο που λιώνει μέσα στην καυτή σούπα. Δεν το έκανα (για ευνόητους λόγους) , ίσως όμως το χρειαζόταν για να μελώσει.  Κάτι μου έλειπε γευστικά. Πάνω στην ώρα ήρθε και ο καλός μου καταπεινασμένος. Δεν του είπα τίποτα, τον έβαλα να τη δοκιμάσει. Δεν καταλάβαινε τι τρώει, απέρριψε το καλαμπόκι και το μαϊντανό (τάβγαζε στην άκρη, τι παιδί κιαυτό…) και όταν του είπα ότι υπάρχει και ψάρι που κολυμπάει  εκεί μέσα ήθελε να του στίψω και λεμόνι. Μπλιάχ. Ετσι, το έφαγε όμως μαζί με φετούλες ψωμιού που τις έψησα στην τοστιέρα για να γίνουν τραγανές. Το περίεργο είναι ότι του θύμισε κάτι χαρακτηριστικό στη γεύση της ψαρόσουπας που έφιαχναν η μάνα του και η γιαγιά του και που τότε δεν την έτρωγε ποτέ. Εφευγε από το σπίτι όποτε έβραζαν ψαρόσουπα. Οση ώρα τρώγαμε ψάχναμε να βρούμε τι κοινό μπορεί να είχε  η ψαρόσουπα της γιαγιάς Μαρίας με το Cullen Skink, αλλά δεν βρήκαμε. Υποθέτω ότι βάζανε δάφνη που έχει πολύ χαρακτηριστική γεύση γιατί τσάι καπνιστό το αποκλείω. Τι να πω;

Την επόμενη φορά πάντως θα το φιάξω παραδοσιακά. Με φρέσκο μπακαλιάρο (που θα τον μαρινάρω στο καπνιστό τσάι) κρεμμύδι, γάλα (πλήρες) και πιο πολλές πατάτες για να γίνει ακόμα πιο παχουλό το φαγάκι. Ούτε δάφνες ούτε μαϊντανούς. Αντε το πολύ πολύ να τρίψω μια ιδέα μοσχοκάρυδο…

Δες τώρα και αυτό που σούλεγα για το πανγκάσιο:

Il Pangasio viene allevato in particolare in 3 Provincie del Vietnam,
An Giant, Can Tho e Dong Thap utilizzando le acque del delta del
Mekong.
È un fiume che subisce inquinamento industriale soprattutto da altri
Paesi.
Attraversa infatti, prima di raggiungere il Vietnam, la Cina, Myanmar,
Tailandia, Laos e Cambogia.
La Cina ha già costruito sul fiume 3 dighe, ed altre 8 sono in costruzione.
In futuro quindi la disponibilità idrica del fiume sarà legata
alla quantità di energia necessaria in Cina.
Lungo il fiume insistono 203 aree industriali. Il 70% di queste non
hanno un sistema di smaltimento centrale ed anche il 90% di tutte
le fattorie scaricano le loro acque nellambiente circostante senza
alcun trattamento.
Il livello di Arsenico, metallo pesante estremamente tossico e responsabile
della breve durata di vita del popolo vietnamita, (provoca
tumori, e purtroppo per loro è presente anche in concentrazioni
molto alte nellacqua potabile) è presente in altissime concentrazioni
nelle acque del Mekong (minimo 1 microg/l, max 845-
media 39 microg/l Dati su internet)

 ————

Li ho visti anch’io al supermercato, ma non sapendo cosa fossero ho provato a fare una ricerca su Internet e ho scoperto che il pangasio è il pescegatto africano! E’ vero o ho preso un abbaglio?
Immagino che sia buono, ma dopo aver scoperto che cos’era non mi sembrava più tanto invitante!!!!

Αντιγράφω την απάντηση της Ρομπέρτας που ήρθε με e-mail:
 
Ciao Kiki.

Kala, afto pou grafi sta italika den ine katholou kalo. Lei oti afto to psari zii sto potami Mekong to opio ine iemato arsenico, den ksero pos to lete esis, alla ine to xirotero dilitirio pou iparxi. Logo ton ergastirion (230) pou petane ta aporimatatous mes ta neratou. Ine karkinogono ke apo tous protous logous tis short life tou laou in Vietnam.
Tora lipon, sintages me afto to psari….

Filia. R.





Φρέσκος Σολομός με Σάλτσα Ροδιού

6 10 2008

Κόλιανδρο, κίμινο, γλυκάνισο, αστεροειδή γλυκάνισο, μοσχοσίταρο, πιπέρια ροζ, μαύρο και πράσινο, μπαχάρι, δάφνη (ελάχιστη), μπούκοβο και ποιος ξέρει τι άλλο έχει το σακούλι με τα χοντραλεσμένα μπαχαρικά που μου έφερε η φιλενάδα μου η Ελένη μαζί με το μινιόν γουδάκι! Με αυτό το μείγμα,  λοιπόν, πασπάλισα το πρωί δυο φέτες φρέσκο σολομό και τις άφησα στο ψυγείο  μέχρι το βράδυ. Μόλις γύρισα από το γραφείο έβαλα λίγο λάδι στο τηγάνι , ελαιόλαδο, γιατί το σησαμέλαιο που χρησιμοποιώ συνήθως είχε τελειώσει.  Μόλις ζεστάθηκε καλά έριξα τις φέτες του σολομού και τον άφησα να ψηθεί και από τις δύο πλευρές ώστε να ροδίσει και να γίνει τραγανός. Εντωμεταξύ έστιψα ένα ωραίο μεγάλο ρόδι (ο απλός τρόπος είναι να καθαρίσεις το ρόδι και να ρίξεις τα σπυριά του στο μούλτι. Ρίχνεις τον πολτό στο φίλτρο του καφέ και παίρνεις τον καθαρό χυμό). Εβγαλα το σολομό σε ένα πιάτο, έριξα στο τηγάνι το χυμό του ροδιού, αλάτισα  και τον άφησα να βράσει λίγο. Διέλυσα ένα κουταλάκι του γλυκού κορν φλάουρ σε ένα φλυτζανάκι του καφέ νερό και το έριξα στο τηγάνι. Μόλις άρχισε να πήζει η σάλτσα την τράβηξα από τη φωτιά και σέρβιρα αμέσως το εύκολο φαγάκι με μια μεγάλη ανάμεικτη σαλάτα πράσινη, την οποία μ’αρέσει να αρταίνω με τη σάλτσα του ψαριού.  Το λεπτό άρωμα και η γλυκόξινη γεύση του ροδιού ισορρόπησαν τη δύναμη των μπαχαρικών  και το αποτέλεσμα ήταν πραγματικά  εξαιρετικό. Συνήθως σβήνω το ψάρι μεανάμεικτο χυμό λεμονιού, πορτοκαλιού και μανταρινιού, όμως με το ρόδι μου άρεσε πολύ περισσότερο!

(Αν περισσέψει καθαρίζω το ψάρι από το δέρμα και τις αγάνες, τον κόβω κομματάκια και τον αφήνω στη σάλτσα του. Την άλλη μέρα τον σερβίρω μέσα σε ένα μπολ με ανάμεικτη πράσινη σαλάτα, μήλο και αχλάδι σε κομματάκια, ηλιόσπορους και μερικά σπυριά ρόδι.)

Για επιδόρπιο είχαμε παγωτό καϊμάκι με μερικές σταγόνες «Σκίνος» (λικέρ μαστίχας) πασπαλισμένο με τριμένο μουστοκούλουρο (τραγανό).





Σούπα με Μπακαλιάρο και Λαχανικά

5 10 2008

Ενα γρήγορο και εύκολο φαγάκι θα «μαγειρέψω»  σήμερα στο μπλογκ μου γιατί είμαι πολύ βιαστική. Το φάγαμε χθες με τη μάνα μου, η συνταγή είναι της θείας Ολυμπίας, την έχει από μια γειτόνισσά της από τα Φιλιατρά. Η Ολυμπία είναι πρώτη ξαδέρφη της γιαγιάς μου της Κωστάντως, πολύ μικρότερή της βέβαια (η γιαγιά μου πέθανε το Δεκέμβριο του ’93 σε ηλικία 102 ετών) αλλά πέρασε τα ενενήντα κι αυτή αν δεν κάνω λάθος και της αρέσει να κάνει παρέα με νεώτερους και μεγαλύτερούς της εξίσου όπως μούλεγε στο τηλέφωνο χθες με την ευκαιρία της κουβέντας για τον μπακαλιάρο. Μας τηλεφώνησε την ώρα που τρώγαμε για να μάθει αν έγινε καλό το φαγητό και αν μας άρεσε αυτή η παραλλαγή. Η μαμά μου βέβαια προτιμά τη δική της συνταγή, που θα την μαγειρέψω κι εκείνη μια άλλη μέρα.  Πεντανόστιμη είναι, αλλά βρε παιδί μου θέλει πολύ ψωμί για να την ευχαριστηθείς κι εγώ το αποφεύγω.

Εχουμε λοιπόν και λέμε, ξαλμυρίζεις καλά καλά τον μπακαλιάρο και κόβεις τα λαχανικά σε μικρούς κύβους. Βάζεις ότι έχεις, σέλινο, καρότο, κολοκυθάκι, κρεμμυδάκια, πατάτες -θα έβαζα και φασολάκια αν είχα-, τα πάντα χωράνε σε ένα τέτοιο φαγάκι. Βάζεις τα λαχανικά να βράσουν, αλατοπιπερώνεις, ρίχνεις λίγο λαδάκι και ακουμπάς από πάνω προσεκτικά τα κομμάτια του ξαρμυρισμένου μπακαλιάρου. Δεν θέλει και  πολλή ώρα να βράσει (αν τον ξεχάσεις στη φωτιά σφίγγει και τα λαχανικά ανοστεύουν) Μόλις ετοιμαστεί τραβάς την κατσαρόλα από τη φωτιά και ρίχνεις 2 κουταλιές της σούπας αλεύρι που έχεις εντωμεταξεί  διαλύσει καλά καλά σε ένα ποτήρι νερό. Κουνάς την κατσαρόλα να πάει παντού, (προσοχή δεν θέλει ανακάτεμα για να μη διαλυθεί το ψάρι)  την ξαναβάζεις στη φωτιά (πολύ χαμηλή) να δέσει το φαγητό και να φύγει η αλευρίλα. Τέλος χτυπάς χυμό λεμονιού με λίγο λάδι και το ρίχνεις κι αυτό στην κατσαρόλα.  Την ξανακουνάς καλά και νάτο έτοιμο το πεντανόστιμο φαγάκι.  Της μαμάς μου της βγήκε τύπου σούπα (κρεμώδης όχι υδαρής) γιατί δεν υπολόγισε καλά το νερό, της έπεσε παραπάνω, ενώ η θεία Ολυμπία το κάνει με λιγώτερα υγρά και γίνεται μπακαλιάρος με λαχανικά. Η εκδοχή της σούπας, πάντως, μου άρεσε πάρα πολύ.

Α ναι και να μην ξεχάσω την πρακτική συμβουλή: Ξαρμυρίζεις περισσότερο μπακαλιάρο από όσο χρειάζεσαι, τον χωρίζεις σε μερίδες και τον βάζεις στην κατάψυξη για να τον μαγειρέψεις την επόμενη φορά που θα βιάζεσαι.