Σαλαμίνα, η παρεξηγημένη

4 09 2012

Η πρώτη μου επίσκεψη στη Σαλαμίνα εκείνη την αποφράδα Κυριακή στις αρχές της δεκαετίας του ’60 ήταν δραματική, γι’αυτό και το ορκίστηκα. Θα ήταν η τελευταία.  Πρόσφατα, όμως, καταπάτησα  τον όρκο μου και ευτυχώς. Γιατί ένα Σαββατοκύριακο του Αυγούστου στο νησί ήταν αρκετό για να αρθούν όλες οι παρεξηγήσεις.

Η εικόνα τα λέει όλα. Ο βαρκάρης να κρατάει τη βάρκα ακίνητη με τα κουπιά του κι εμείς με τον αδελφό μου, δύο πιτσιρίκια χλωμά χωρίς πνοή να βήχουμε μέχρι σκασμού, σκυμένα πάνω από μια κουπαστή ενώ ο πατέρας μάς κρατούσε γερά από το σβέρκο μην τύχει και του ξεγλυστρήσουμε μέσα στο νερό.

Οι οδηγίες ήταν ρητές. Επρεπε να παίρνουμε βαθειές ανάσες, γιατί το οξυγόνο που έβγαινε από τα φύκια θα μας γιάτρευε, λέει, από τον κοκκύτη. Ο γλυκός μου πατέρας λάτρευε τις εναλλακτικές θεραπείες. Δεν χρειάστηκε λοιπόν και πολλή προσπάθεια ο φίλος του ο Σαλαμίνιος ψαράς  για  να τον πείσει ότι θα γίνουμε γρήγορα καλά αν μας κρέμαγε σαν σφαχτάρια πάνω από το θαλασσινό νερό. Όσο για τη μάνα μας, άλλο που δεν ήθελε να γλυτώσει μερικές ώρες από τα γκουχ γκουχ και τις γκρίνιες των άρρωστων παιδιών της.  Μας έντυσε στο άψε σβήσε, ψέλισε καλού κακού ένα «μήπως γίνουν χειρότερα βρε Χαράλαμπε», και φύγαμε πρωί πρωί από την Αθήνα με αναρωτική.

Μα τι ανάσα να πάρεις; Δεν έφτανε ο βήχας που σου την έκοβε μαχαίρι. Ητανε κι εκείνα τα μυθικά μαύρα φυτά που έμοιαζαν με φίδια βιδωμένα στο βυθό έτοιμα να μας κατασπαράξουν.  Με το αδελφάκι μου, μια κοιταζόμαστε απελπισμένοι και μια κοιτάζαμε τα φύκια, που κινιόντουσαν δυσοίωνα,  αργά αργά μπροστά στα μάτια μας.

Τέλος πάντων κάποια ώρα ο εφιάλτης τέλειωσε, γυρίσαμε σπίτι εξουθενωμένοι έχοντας ρουφήξει μπόλικοι θαλασσινό αέρα, μετά από μερικές ημέρες ο κοκκύτης πέρασε, αλλά πια κουβέντα δεν ήθελα να ακούσω για Κούλουρη, Παλούκια Σελήνια και Φανερωμένη –άσε που ηχούσαν και κάπως βάρβαρα στ’αυτιά μου- μέχρι και τη ναυμαχία της Σαλαμίνας έκανα delete από τη μνήμη μου. Μου ήταν ανυπόφορη η σκέψη του λαβωμένου πολεμιστή, Ελληνα ή Πέρση δεν έχει σημασία, που έπεφτε στα σκοτεινά νερά, και μάλιστα, χωρίς καν να ξέρει κολύμπι.

Τα χρόνια πέρασαν και εννοείται πώς αρνήθηκα κάθε πρόσκληση μέχρι πρόσφατα που η αντιστασή μου εκάμφθη από τον ενθουσιασμό των φίλων μου οι οποίοι έχουν εξοχικό εκεί πέρα σε έναν ωραίο λόφο.

Και είχαν απόλυτα δίκιο. Περάσαμε καταπληκτικά . Κολυμπήσαμε σε ωραίες παραλίες, ο φίλος μου ο καπετάνιος με διαβεβαίωσε ότι τα γκαζάδικα που βλέπαμε στο βάθος μπροστά μας  (και ήταν πολύ γοητευτική η εικόνα) δεν τολμάνε να λερώσουν τη θάλασσα γιατί υπάρχουν ανιχνευτές και πρόστιμα υπέρογκα.

Φάγαμε επίσης εξαιρετικά. Ενώ στα περισσότερα  νησιά σου σερβίρουν ψάρι κατεψυγμένο και σε τιμές απλησίαστες, στη Σαλαμίνα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ξέρουν να φάνε οι άνθρωποι. Έχουν θαυμάσια ψαραγορά, δίπλα γίνεται και λαϊκή ακόμα και θαλασσινά καλλιεργούν.

Ψήσαμε στη φωτιά γαρίδες και λαβράκια,   απολαύσαμε ολόφρεσκα στρείδια, μύδια και γυαλιστερές από τον πάγκο του Βαγγέλη (στη λεωφόρο Αιαντείου) και κάναμε ένα γερό τσιμπούσι με τρυφερά πλοκάμια  χταποδιού στη σχάρα και τηγανητά μπαρμπούνια και κουτσομούρες  στο Αγκυροβόλι, δίπλα στην αγορά.

Στο πλαϊνό τραπέζι μερικοί ψαράδες είχαν επιδοθεί σε πραγματική βρεφοκτονία, τα είχαν ψαρέψει μόνοι τους, βλέπεις, τα μωρά της κουτσομούρας. Τα δικά μας όμως, φυσιολογικού μεγέθους, ήταν πολύ πιο νόστιμα. Σας διαβεβαιώ. (Ναι το ομολογώ, είχα την περιέργεια και τα δοκίμασα τα τηγανισμένα βρέφη μόλις ήρθε το κέρασμα από δίπλα.)

Κατά τα άλλα η  Σαλαμίνα είναι το νησί της παράγκας και του προκάτ. Μου έκανε εντύπωση ο μεγάλος αριθμός τους. Ολα περιποιημένα βέβαια, δεν υπάρχει πια φτώχεια και μιζέρια στο νησί. Και ανάμεσά τους μερικά εξαιρετικά νεοκλασικά και βίλες των αρχών του 20ου αιώνα αλλά και υπερπολυτελείς, ταυτοχρόνως, μίνιμαλ νέες κατασκευές.

Το μόνο που μας χάλασε -άκουγα και άλλους κολυμβητές να το συζητάνε εκείνο το βραδάκι στο Αιάντειο- ήταν η μυρωδιά των σκουπιδιών που ήταν παραταγμένα σε λόφους ακριβώς πίσω μας στην πλάτη της στενής παραλίας, η οποία βρίσκεται 5-6 σκαλάκια κάτω από το επίπεδο του δρόμου. Κρίμα δεν είναι; Ας το ακούσουν οι δημοτικές αρχές. Γιατί δεν φαντάζομαι ότι από σύμπτωση και μόνο δεν τα μαζέψανε εκείνη την ημέρα.

Με άφησαν όμως κατάπληκτη οι ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες. Ενώ για να πας π.χ.στη Σκιάθο και στη Σκόπελο φτύνεις αίμα κανονικά  (ένα καράβι την ημέρα υπάρχει από τον Αγιο Κωνσταντίνο και ένα απογευματινό καταμαράν, άντε και άλλο ένα από Κύμη κι αυτά μόνο το καλοκαίρι, γιατί το  χειμώνα πρέπει να φτάσεις μέχρι Βόλο για να περάσεις απέναντι στις Σποράδες)  η σύνδεση Περάματος – Σαλαμίνας είναι συνεχής και μάλιστα όλο το 24ωρο. Το ταξίδι διαρκεί με το φέρι – κλασική παντόφλα, μπαίνεις από τη μια και βγαίνεις από την άλλη- περίπου ένα τεταρτάκι και τα εισητήρια είναι πολύ φθηνά, λιγώτερο από ένα ευρώ/άτομο. Κόβονται μάλιστα στην πύλη –σα να περνάς από διόδια- χωρίς  καμμία καθυστέρηση. Γιαυτό λοιπόν κι εμείς, μια μεγάλη παρέα, κανονίσαμε να πεταχτούμε αύριο βράδυ στο «Αγκυροβόλι» (δίπλα στην ψαραγορά, τηλ: 210-4650878). Για μπύρες και καλαμαράκια.

Α,  και να μην το ξεχάσω, φύκια όσο κι αν έψαξα δεν βρήκα πουθενά. Μόνο γάργαρα νερά που ξεπλένανε τα βότσαλα στις παραλίες. Αγαπημένη μου είναι το Πέρανι, μια απέραντη παραλία με τα πιο μεγάλα αρμιρίκια που έχετε δει ποτέ, που σε διακτινίζουν κατευθείαν στα ρομαντικά καλοκαίρια της δεκαετίας του ’60.

Περισσότερες φωτογραφίες δείτε εδώ:

https://www.facebook.com/media/set/?set=a.4453447579175.180958.1379121098&type=1&l=2b8b63e7c2





Ενα Σαββατοκύριακο στο Πεκίνο

16 06 2011

ΤΕΡΑΣΤΙΑ,

όλα είναι τεράστια, αυτό θα έλεγα αν μου ζητούσε κάποιος να χαρακτηρίσω με μια μόνο λέξη την Κίνα. Ο καιρός έχει περάσει, πάει πάνω από ενάμισης χρόνος από τότε που γυρίσαμε (στα μέσα Νοεμβρίου του 2009 είχαμε ταξιδέψει στην Κίνα) οι εικόνες και οι αναμνήσεις, όμως, άργησαν πολύ να τακτοποιηθούν μέσα μου και είναι ακόμα ολοζώντανες.

Σα νάναι χθες που φθάναμε στο Πεκίνο με την πτήση της Lufthansa μέσω Φρανκφούρτης. Εφτά ΄Ελληνες επισκεφτήκαμε τον περασμένο Νοέβριο την Κίνα, καλεσμένοι της Πανκινεζικής Ομοσπονδίας Δημοσιογραφικών Ενώσεων και είχα τη μεγάλη τύχη να συμμετέχω κι εγώ στην αποστολή, ως εκπρόσωπος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού & Ηλεκτρονικού Τύπου.

Ανοίγω τα μάτια μου λίγο πριν φθάσουμε. Ανάγλυφο από κάτω το τοπίο στην ομίχλη, σαν σχεδιασμένα με πενάκι βουνά, χαράδρες και ποτάμια, νεύρα και φλέβες πάνω σε μια μουντή καφετιά γη. Σε λίγο το αεροπλάνο μας προσγειώνεται στο αεροδρόμιο του Πεκίνου.

Τεράστιο και μεγαλοπρεπές, δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετική η πύλη εισόδου σε αυτή την αχανή χώρα. Είναι Σάββατο πρωί, φεύγουμε κατευθείαν για το ξενοδοχείο μας στο κέντρο της πόλης. Ολο το Σαββατοκύριακο θα το περάσουμε με βόλτες και ξεναγήσεις στα βασικά αξιοθέατα του Πεκίνου, (Τιέν Αν Μεν, Απαγορευμένη Πόλη, Σινικό Τείχος, Ολυμπιακά κτίρια) και φυσικά αγορές στη Yashow market, την πιο φτηνή ίσως αγορά της πόλης.

ΤΙΕΝ ΑΝ ΜΕΝ

πλατεία Τιεν Αν Μεν

Στην πλατεία δεν μπαίνεις έτσι απλά. Περνάς από κανονικό έλεγχο αεροδρομίου τόσο όταν φτάνεις όσο και όταν φεύγεις. (Από ανάλογο έλεγχο περάσαμε επίσης στην πλατεία που υπάρχει μπροστά από τις Ολυμπιακές εγκαταστάσεις, για να μπούμε στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης Σιάν και στο σταθμό του μαγνητικού τραίνου, στη Σαγκάη)

Στη μια πλευρά της (τεράστιας) πλατείας, για τις γιορτές των 60 χρόνων, στήθηκαν 56 (κόκκινες και χρυσές) κολόνες με τα σύμβολα -λουλούδια των 56 διαφορετικών εθνικών -αναγνωρισμένων- ομάδων που κατοικούν στην Κίνα (μεγαλύτερη είναι αυτή των Χαν).

Τιεν Αν Μεν, γιγαντοοθόνες

Για τους εορτασμούς στην πλατεία στήθηκαν επίσης τεράστια video walls όπου προβάλλονται εντυπωσιακές εικόνες της σύγχρονης Κίνας. Από τους ξεναγούς μας μάθαμε ότι γίνονται συζητήσεις για το αν θα μείνουν για πάντα εκεί ή θα απομακρυνθούν σε εύλογο χρονικό διάστημα.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΠΟΛΗ

«Τα νερά που χοερεύουν», έξω από την Απαγορευμένη Πόλη

Δεν είχαμε χρόνο να επισκεφτούμε το μαυσωλείο του Μάο (πράγμα που θάθελα πάρα πολύ να κάνω αν ποτέ μπορέσω να ξαναπάω στο Πεκίνο) μπήκαμε όμως στην Απαγορευμένη Πόλη που βρίσκεται στην άκρη της πλατείας.

Επισκέπτες στην Απαγορευμένη Πόλη

Από την πλατεία μπαίνεις σε μια υπόγεια σήραγγα που σε βγάζει ακριβώς έξω από το μνημείο. Πρώτη στάση για φωτογραφίες,τα νερά που χορεύουν. Πλήθος τουριστών από όλες τις επαρχίες της Κίνας συρρέει στην απαγορευμένη πόλη.

ΣΙΝΙΚΟ ΤΕΙΧΟΣ

Σινικό Τείχος

Το ίδιο φυσικά συμβαίνει και στο Σινικό Τείχος ( Σάββατο απόγευμα με ομίχλη επισκεφτήκαμε κι εμείς το κομμάτι του που βρίσκεται κοντά στο Πεκίνο)

Στο τείχος έβγαλα φυσικά και τις απαραίτητες αναμνηστικές φωτογραφίες.

Μία, μπροστά σε μια λαμπερή μεταλλική ταμπέλα (που μου φάνηκε πολύ καλλιτεχνική) και άλλη μία με φόντο τα βουνά.

Λεπτομέρεια: Τα νιόπαντρα ζευγάρια κάνουν τάμα στο τείχος ένα λουκέτο. Το κρεμάνε με ένα κόκκινο (το χρώμα της χαράς) φιογκάκι από μια χοντρή αλυσίδα που είναι στερεωμένη στον πλαϊνό τοίχο και έτσι κλειδώνουν τις καρδιές τους και τη σχέση τους. Πιάνει; Δεν ξέρω, μάλλον όχι όμως αφού τα νέα ζευγάρια χωρίζουν πλέον όλο και πιο συχνά και στην Κίνα.

YASHOW MARKET

Αν και πήγα προετοιμασμένη (με μερικά κλικ στο Ιντερνετ βρίσκεις όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για ψώνια στις αγορές της Κίνας) η συγκεκριμμένη αγορά μου είχε ξεφύγει, όπως έμαθα όμως επιτόπου είναι η πιο φτηνή στο Πεκίνο.

Η αγορά λειτουργεί και τις Κυριακές από το πρωί ως το βράδυ και το παζάρι είναι απαραίτητο. Ο βασικός κανόνας λέει ότι μόνο αν αγοράσεις κάτι στο 1/6 της αρχικής τιμής έχεις διαπραγματευτεί σωστά. Όπως όλοι οι κανόνες όμως έχει κι αυτός την εξαίρεσή του.

Αν φύγεις και ο πωλητής δεν τρέξει πίσω σου, γυρίζεις εσύ (εφόσον φυσικά επιθυμείς διακαώς να αποκτήσεις το εμπόρευμά του) και αγοράζεις στην τελική τιμή που σου προσφέρει και που μπορεί να είναι το πολύ πολύ η μισή από την αρχική.

Το Σαββατόβραδο, στο εμποροραφείο της Alice για παράδειγμα αγόρασα ένα (μεταξωτό) πουκάμισο και ένα πάνζεστο (με κάτι σαν υαλοβάμβακα μέσα από τη φόδρα, που είναι μεταξωτή επίσης) πανάλαφρο ημίπλατο από το ίδιο ύφασμα (μέσα έξω) που ράφτηκαν στα μέτρα μου, αφού έγιναν δύο πρόβες (η δεύτερη στο ξενοδοχείο Κυριακή μεσημέρι) και παραδόθηκαν Κυριακή βράδυ στη ρεσεψιόν.

Η αρχική τιμή (ύφασμα και ραφή) και για τα δύο ήταν 250 ευρώ αλλά την κατέβασα (μετά από πολύ φιλότιμες προσπάθειες, ομολογώ, και δύο τρία πήγαινε έλα) σε 135 ευρώ (δεν κατέβαινε ούτε γιουάν παρακάτω). Το καταπληκτικό είναι ότι στο μαγαζί αυτό παίρνουν τόσο ακριβή μέτρα και είναι τόσο εξαιρετικοί επαγγελματίες που απλά με ένα e-mail μπορούν τώρα να μου στείλουν το ίδιο ρούχο σε άλλο χρώμα!!!

Αυτά σε γενικές γραμμές κάναμε το Σαββατοκύριακο. Το επίσημο πρόγραμμα του (δεκαήμερου) ταξιδιού μας άρχιζε τη Δευτέρα και περιελάμβανε (πρωί -απόγευμα) επισκέψεις σε εκδοτικά συγκροτήματα και ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς στο Πεκίνο, τη Σιάν και τη Σαγκάη.

Η δραματική επιδείνωση του καιρού, όμως, (αποκλειστήκαμε από χιόνια και ομίχλη στο Σιάν) έγινε αιτία να άλλαξει εντελώς το πρόγραμμά μας. Όλα αυτά, βέβαια, όπως και το φαγητό, τα εκπληκτικά κτίρια, οι απέραντοι δρόμοι, κλπ αποτελούν θέματα από μόνα τους, σχετικά με τα οποία -αν σας ενδιαφέρουν φυσικά- μπορεί να διαβάσετε αργότερα.





Πρωτομαγιά στο αμπέλι

1 05 2010

Η μπουγάτσα της Πρωτομαγιάς

«Στα μέρη μας Πρωτομαγιά δεν γίνεται χωρίς μπουγάτσα «, μου είπε η φίλη μου όταν τη ρώτησα «τι είναι αυτό». Αυτό,  λοιπόν, είναι ένα εξαιρετικό, γλυκό ψωμί με πετιμέζι αρωματισμένο με μπαχαρικά (τη συνταγή θα σας την πω μόλις την πάρω από τη μάνα της – είπα, μέρα γιορτή να μην κάθομαι να γράφω αλλά να γιορτάσω μαζί με τους υπόλοιπους στη φύση) που στην Πελοπόννησο το λένε μπουγάτσα και δεν έχει καμμιά σχέση με την άλλη που ξέρουμε όλοι (;)με το φύλλο και την κρέμα (γλυκειά ή αλμυρή).

Μαγιάτικο στεφάνι

Οι προετοιμασίες στο κτήμα των φίλων μου στο Μαλανδρένι είχανε αρχίσει από την προηγούμενη μέρα. Οι καλεσμένοι (καμμιά ογδονταριά Ελληνες οι περισσότεροι, μα εντόπισα ανάμεσά μας και Γάλλους και Γερμανούς και Αμερικανούς εγκατεστημένους εδώ και χρόνια στην περιοχή)  ήρθανε στο αμπέλι ανήμερα, καταφθάνε με τα δώρα τους σιγά σιγά – από νωρίς το πρωί μέχρι και την ώρα του φαγητού.  Κι ενώ τα παιδάκια παίζανε, τα κορίτσια μαζεύανε λουλούδια και φιάχνανε στεφάνια, οι γυναίκες κόβανε τις σαλάτες και στρώνανε τα τραπέζια και οι άντρες ετοιμάζανε το φαγητό.  Από νωρίς στήθηκε το καζάνι για τό βραστό (γίδα), το κοντοσούβλι (χοιρινό) μπήκε στα κάρβουνα, άλλοι ξαφρίζανε με τη σειρά το ζουμί και άλλοι κάνανε βόλτες (για …εισπνοές) γύρω από τη σούβλα.

Ή γίδα βράζει και το κοντοσούβλι ψήνεται

Ηρθανε και τα όργανα.  Να το νταούλι να και το κλαρίνο. Χρόνια είχα να τα ακούσω -από παιδί- τα δύο μαζί  και ο ήχος τους  με συγκίνησε πάρα πολύ. Μόνο το σαντούρι έλειπε και ο ευγενικός του ήχος (όσοι ξέρουν και θυμούνται τα Μεγαλοχωρίτικα πανηγύρια θα καταλάβουν τι εννοώ).

Αρχίσανε τα όργανα

Ο οικοδεσπότης μας  είχε  ανοίξει (μόλις την προηγούμενη μέρα και με τα χέρια του, παρακαλώ) ένα μονοπάτι στην άκρη του κτήματος μέσα στα άγρια. Πήγαμε όλοι μαζί να δούμε το μέρος που θα βάλει τα μελίσσια του.  Μπροστά πήγαινε ο κόσμος τραγουδώντας (βιολογικοί καλλιεργητές, έμποροι και καταναλωτές οργανικών προϊόντων οι περισσότεροι) και πίσω τα όργανα να κρατάνε το ρυθμό.

Γυρνώντας από το "μονοπάτι του μελιού"

Κι αφού βαφτίστηκε το κανούργιο μονοπάτι με γέλια και τραγούδια (να σας αποκαλύψω εδώ ότι υπήρξε μια διαφωνία ως προς το όνομα. Αναρωτιόντουσαν, να το βγάλουν «μονοπάτι του μελιού» αφού οδηγεί στο σημείο που θα εγκατασταθούν τα μελίσσια ή «μονοπάτι των μουρλών»; Αφού μόνο «μουρλός» μπορείς να είσαι για να κάνεις  αυτή τη δουλειά σήμερα. Ή μήπως ο «μουρλός» που σκύβει με σεβασμό μπροστά στη φύση, νιώθει κομμάτι της και δεν την βιάζει ούτε παραβιάζει τον κύκλο της ζωής είναι μάλλον ο «γνωστικός»; Θα δείξει…) γυρίσαμε και στρωθήκαμε στο φαγητό.

Βγήκανε οι πρώτοι μεζέδες από το καζάνι με τη γίδα, αρτήθηκαν με αλάτι χοντρό, ρίγανη και φρεσκοτριμένο πιπέρι, κόπηκαν και κομμάτια από τη σούβλα με το χοιρινό.

Το φαγοπότι άρχισε. Ηρθανε σε λίγο από το φούρνο και τα ταψιά με τη γουρουνοπούλα (αναρωτιέμαι, γίνεται άραγε γλέντι κάτω από τ’ αυλάκι χωρίς πέτσα χοιρινή;  Αν ξέρει κανείς ας μου το πει). Το θέαμα δεν είναι του γούστου μου (είτε μπρούμητα είτε πλαγιαστή στο ταψί  η ψημένη γουρνοπούλα με ανατριχιάζει), ούτε μου επιτρέπεται πλέον (για λόγους υγείας) να  γεύομαι το κρέας της, από τους αναστεναγμούς όμως των υπόλοιπων καλεσμένων κατάλαβα ότι είχε ψηθεί εξαιρετικά. (Κρίνετε μόνοι σας)

Ενα μπούτι μα τι μπούτι

Και αφού φάγαμε και ήπιαμε (τσίπουρα και κρασί βιολογικό) αρχίσανε -πάλι- τα όργανα, ξεκίνησε και ο χορός.

Ενας αητός καθότανε στον ήλιο και λιαζότανε

Δεν έμεινα μέχρι το βράδυ. Το απόγευμα και πριν βγούνε τα γλυκά (ήρθανε μπόλικα, παραδοσιακά και μη) έφυγα από το πανηγύρι. Είμαι άνθρωπος της πόλης (και ακόμα «χειρότερα» της ενημέρωσης και λέω χειρότερα γιατί η τόσο μεγάλη «κατανάλωση» που συμβαίνει και στο πεδίο της ενημέρωσης, κατά τη γνώμη μου δεν ωφελεί, αναρωτιέμαι κιόλας είναι αυτό που ακούμε και βλέπουμε ενημέρωση ή μήπως έχουμε ξεφύγει τελείως;), ήθελα να μάθω τα νέα και τις εξελίξεις μα εκεί πάνω στο βουνό δεν υπήρχε ούτε ραδιόφωνο ούτε τηλεόραση. Όλοι ξέρανε τι τρέχει αλλά κανένας  δεν ήθελε να συζητήσει για πολύ ούτε να χαλάσει αυτή τη μοναδική ιεροτελεστία της άνοιξης. Μήπως είχανε δίκιο; Λίγες μόνο κουβέντες γινόντουσαν από δω κι από κει -ψιθυριστά και σε μικρές παρέες των δύο ή των τριών- και άκουσα -σοφά πράγματα δε λέω- που μ’ευχαριστήσανε  σχετικά με τον τρόπο που οι άνθρωποι αυτοί αντιμετωπίζουν την σημερινή κατάστασή μας και το χάλι μας.

Ευχήθηκα με την καρδιά μου του χρόνου νάμαστε καλά να γιορτάσουμε και πάλι την Πρωτομαγιά στο αμπέλι, να στρώσουμε τα τραπέζια κάτω από τις ελιές, να τραγουδήσουμε  και να χορέψουμε.   

«Φεύγεις πάνω στο καλύτερο», μου είπε η οικοδέσποινα, «ένα διάλλειμα κάναμε, τώρα αρχίζει το γλέντι». Εκείνη την ώρα, ένας φίλος της οικογένειας -Κρητικός- άρχισε να φιάχνει γαμοπίλαφο με το ζουμί της αίγας (η γίδα που λέγαμε ότι έβραζε στο καζάνι). Είχε φέρει μαζί του κι ένα σφαχτό -κατσίκι- που του είχε στείλει ο γιος του -κτηνοτρόφος- από την Κρήτη και ετοιμαζόταν να το κάνει αντικριστό. Θα τρώγανε και θα πίνανε μέχρι αργά το βράδυ, η μέρα ήταν καταπληκτική και η νύχτα ακόμα καλύτερη για γλέντια, έκανε ζέστη είχε και φεγγάρι που θα φώτιζε από ψηλά τον Αργολικό κάμπο. Εφυγα συγκινημένη. Αυτό το -απρόβλεπτο για μένα- πανηγύρι ήταν σα να με είχε διακτινίσει δεκαετίες πίσω στα παιδικά μου χρόνια. Είμαστε φτωχοί τότε (σε σχέση με τα αγαθά που έχουμε σήμερα) αλλά θυμάμαι την -ευρύτερη- οικογένειά μου να οργανώνει τέτοια γλέντια στην εξοχή.

Καλό μήνα, και του χρόνου, παιδιά.





Κωνσταντινούπολη – Βόλτες εις την Πόλιν

3 11 2009
Gourmet φίλη μου ορίστε πως παρουσιάζουν τα φαγητά τους στο χωριό μου! …και ολίγον από Βόσπορο βροχερό!
 
Αυτά έγραφε στο  μήνυμα που μου έστειλε η αγαπημένη μου φίλη και συνάδελφος Νίκη Τσιλιγκίρογλου μόλις γύρισε από ένα σύντομο ταξιδάκι στην Πόλη, εις την Πόλιν, Istanbul δηλαδή.
Μου έστειλε και τις υπέροχες φωτογραφίες που θα δείτε παρακάτω.
Κι εγώ με την άδειά της σας τις δείχνω:
09.10.27_istanbul_2
 
Όχι, δεν είναι σε κοτέτσι,  έτσι πουλάνε οι συνοικιακοί μπακάληδες τα αυγά στην Κωνσταντινούπολη.
 
09.10.27_istanbul_4
 
Βιτρίνα μανάβη στη σικ περιοχή Nisantasi της Κωνσταντινούπολης.
 
09.10.27_istanbul_3
 
 
(Κάνω παρένθεση εδώ για να σας πω  ότι στο τηλέφωνο η Νίκη μου ανέφερε και κάτι για ένα παμπάλαιο «πρωϊνάδικο», κάτι σαν καφενείο το κατάλαβα, που έχει ένας πολύ γέρος Πολίτης, με τηγάνια και σκεύη παμπάλαια και αυτά, σκοτεινό και ανήλιαγο -γιαυτό δεν μπόρεσε να βγάλει φωτογραφίες- όπου πας για πρωϊνό πολύ συγκεκριμμένο, δεν έχει να παραγγείλεις, φιξ το μενού… Νίκη δώσε μας περισσότερες πληροφορίες)
 
09.10.27_istanbul_8
 
 

Βόσπορος, μια βροχερή μέρα.
Επιστροφή από το Emirgan, γνωστό σημείο για τσάι και κουλουράκι!

 
09.10.27_istanbul_7 
 
09.10.27_istanbul_6 
 
09.10.27_istanbul_9 
 
09.10.27_istanbul_5 
 
09.10.27_istanbul_1 
 
 




Πάτρα – Σαββατοκύριακο στα Καμίνια και την Κ.Αχαγιά

27 09 2009
Η απέραντη παραλία της Κάτω Αχαγιάς

Η απέραντη παραλία της Κάτω Αχαγιάς

Το περασμένο Σαββατοκύριακο απολαύσαμε τα τελευταία μπάνια του Σεπτέμβη στην Κάτω Αχαγιά, σε μια τεράστια παραλία έξω από την Πάτρα στο δρόμο για τον Πύργο.

Ήταν υπέροχα. Ζεστή και ήσυχη η θάλασσα, ευχάριστο το αεράκι, ήλιος να σε χαϊδεύει. Τι άλλο μπορεί να επιθυμήσεις όταν κοντεύει να βγει και ο Σεπτέμβρης!

Είμαστε απροετοίμαστες, ούτε ένα μπουκαλάκι νερό δεν είχαμε μαζί μας γιατί ο στόχος ήταν να αράξουμε σε ένα από τα μπαράκια της παραλίας.

Πράγματι πιάσαμε πρώτο τραπέζι πίστα (γράφε ξαπλώστρες και ψάθινη ομπρέλα στην πρώτη σειρά) και περιμέναμε να ανοίξει το μπαρ και γενικά να έρθει κόσμος . Βλέπεις είμαστε πρωϊνοί τύποι εμείς.  Αλλά κανείς! Ψυχή στην παραλία. Κάναμε βέβαια υπομονή, Cook σε σένα το λέω, είχαμε πιει άλλωστε τον πρώτο καφέ της ημέρας στο σπίτι.

K. Ahaia xaplostres

Δύο ώρες αργότερα το μυστήριο λύθηκε. Δύο πολύ ευγενικοί νεαροί πέρασαν δίπλα μας με καφέδες στο χέρι που τους είχαν αγοράσει όπως μας είπαν  στην πλησιέστερη καντίνα του δρόμου -προσφέρθηκαν μάλιστα να πάνε να φέρουν και για μας (!!!) πράγμα που μας έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση -τέτοια ευγένεια δεν συναντάς πια στις παραλίες γύρω από την Αθήνα, το αντίθετο μάλιστα. Αυτοί λοιπόν μας εξήγησαν ότι το μπαρ έχει κλείσει για χειμώνα απλά δεν είχαν ακόμη μαζέψει τα έπιπλα.

Τέλος πάντων, η φίλη μου που έχει εξερευνήσει την περιοχή, έφυγε προς αναζήτησιν νερού και λοιπών προμηθειών και την ώρα που άρχιζα να ανησυχώ, γιατί καθυστέρησε, εμφανίστηκε κουβαλώντας θριαμβευτικά νόστιμες τηγανητές πατάτες (αληθινές) και πεντανόστιμες τυροκροκέτες!

Βάρκα στο γιαλό

Βάρκα στο γιαλό

 Ωραίες ήταν οι βόλτες που κάναμε στην περιοχή για να ρουφήξουμε τις τελευταίες εικόνες της ήρεμης φθινοπωρινής φύσης. Ωραίες και οι κουβέντες μας, στιγμή δεν σταματήσαμε το μπλα μπλα όλο το Σαββαρτοκύριακο.

1

Οι περισσότερες παραλίες εδώ γύρω δεν φαίνονται καν, είναι πνιγμένες στα φύκια. Τόσο φύκι είχα να δω από παιδί όταν είχα πάθει κοκύτη. Βήχαμε, βήχαμε και μας πήγε ο πατέρας μου, τον αδελφό μου κι εμένα – πιτσιρικάκια-  στη Σαλαμίνα.

Εκεί μέσα σε μια βάρκα,  μας είπε να κρεμάσουμε το κεφάλι μας πάνω από τα (μαύρα) φύκια και να παίρνουμε βαθειές εισπνοές. Τώρα αν μαλάκωσε ο  βήχας θα σε γελάσω. Δεν το θυμάμαι. Θυμάμαι όμως πολύ έντονα τη μυρωδιά που είχαν τα φύκια και μόλις τα ξαναμύρισα νάσου και η ανάμνηση του μπαμπά, του βήχα και της βάρκας.

Στο ταβερνάκι με τη βάρκα

Στο ταβερνάκι με τη βάρκα

Σ’αυτόν τον κολπίσκο υπάρχει ένα πολύ ρομαντικό ταβερνάκι που σε στέλνει πίσω δεκαετίες, οι φίλοι μου όμως μου είπαν ότι εδώ το φαγητό δεν είναι καλό. Σ’αυτές τις περιπτώσεις τι κάνουμε; Τρώμε μόνο ντοματοσαλάτα και ψωμί άντε και καμμιά πατάτα (ποτέ τυρί). Ευτυχώς ήταν κλειστό, έτσι δεν μπήκαμε στο δίλημα να μείνουμε ή να φύγουμε.

glastres

 Θλιβερό, όμως, ήταν το θέαμα των σκουπιδιών.  Υπήρχαν παντού  (δεν τα φωτογράφισα επίτηδες αλλά έκανα μεγάλο κόπο να τα κρατήσω έξω από το κάδρο μου) για να μας θυμίζουν πόσο αδιάφοροι είναι οι άνθρωποι για το περιβάλλον. ΄Αλλα τα φέρνει η θάλασσα, άλλα τα πετάνε περαστικοί, που έρχονται με τα πόδια  ή τα εκσφενδονίζουν από τ’ αυτοκίνητο και βέβαια δεν τα μαζεύει κανένας, μένουν εκεί και δηλητηριάζουν τη φύση.

Θλιβερό βρήκα και κάτι άλλο. Πήρα ένα δρομάκι στο χωριό που μείναμε -λέγεται Καμίνια- για να βγω στη θάλασσα. Το δρομάκι ήταν αδιέξοδο. Κατέληγε σε σκαλοπάτια, φύκια,  θάλασσα. 

Καμίνια, η θέα στη θάλασσα (αριστερά) από τα σκαλοπάτια

Καμίνια, η θέα στη θάλασσα (αριστερά) από τα σκαλοπάτια

Αριστερά και δεξιά τα σπίτια -για την ακρίβεια οι κήποι τους, όλο γκαζόν και δέντρα γύρω γύρω- είναι κρεμασμένα κυριολεκτικά πάνω από το νερό. Το καλοκαίρι μου είπαν ότι περισσεύει μια λωρίδα άμμου και για τους περαστικούς που θέλουν να βγουν στη θάλασσα.

Καμίνια, η θέα στη θάλασσα (αριστερά) από τα σκαλοπάτια.

Καμίνια, η θέα στη θάλασσα (αριστερά) από τα σκαλοπάτια.

Μάλιστα, έξω από τον φράκτη του σπιτιού στη δεξιά πλευρά υπάρχει πρόχειρα στερεωμένη και μια ντουσιέρα. Αναρωτιέμαι αν κάποιος άγνωστος πάει να πλυθεί εκεί πέρα,   οι ιδιοκτήτες τι θα κάνουν θα βγουν να διαμαρτυρηθούν και να τον διώξουν;
Η πραγματική έκπληξη, όμως, ήρθε για μένα το βράδυ (βλέπεις στο παρελθόν έχω περάσει πολλές φορές από την περιοχή αλλά δεν έτυχε να σταματήσω ποτέ) που πήγαμε στα Βραχνέϊκα για βόλτα και για φαγητό. 
 Η έκπληξη ακούει στο όνομα «Πυξίδα», ένα κιτς εστιατόριο, το πιο κουκλιστικο όμως που έχω δει στην Ελλάδα. Και θα σου πω γι’αυτό σε λίγο.




Κυριακή απόγευμα στη Βάρνα

24 05 2009

VARNA

Την Κυριακή, το απόγευμα της 17ης  Μαϊου βρέθηκα να σουλατσάρω στη Βάρνα μαζί με συναδέλφους δημοσιογράφους από άλλες χώρες.

VARNA

Είχαμε πάει στη Βουλγαρία για να εκπροσωπήσουμε τις Ενώσεις μας στην ετήσια συνάντηση των Ευρωπαίων δημοσιογράφων που έγινε σε ένα θέρετρο κοντά στη Βάρνα και την Κυριακή αφού επισκεφτήκαμε ένα (χάλια) οινοποιείο πήγαμε να δούμε την ωραία πόλη που είναι χτισμένη πάνω στη Μαύρη Θάλασσα.

VARNA

Είχε μια γλύκα εκείνο το απόγευμα.

VARNA

Η αρχιτεκτονική μου θύμισε Αυστρία και η ατμόσφαιρα της πόλης Ελλάδα αρκετές δεκαετίες πριν όταν οι άνθρωποι απολαμβάνανε τη βόλτα τους στα πάρκα και στις αμμουδιές, καθόντουσαν σε παγκάκια, οι έφηβοι έπαιζαν μπάλα σε αλάνες και τα κορίτσια βγαίνανε σεργιάνι χαμογελαστά και κρατημένα χέρι χέρι. 

VARNA 5

Οι Βούλγαροι είναι σαφώς πιο φτωχοί από μας, αλλά στη Βάρνα τουλάχιστον εκείνη την ημέρα είχαν κάτι που εμείς έχουμε χάσει προ πολλού: απολαμβάνανε την ελευθερία τους και την ήρεμη ομορφιά ενός Μαγιάτικου απογεύματος.

VARNA

Αυτό είναι ένα ποταμάκι που διασχίζει ένα ωραίο πάρκο και καταλήγει στη Μαύρη Θάλασσα.

VARNA

Τη θάλασσα δεν τη βλέπεις. Είναι πίσω από μπαρ και από ταβέρνες που είναι χτισμένα στη σειρά κατά μήκος της παραλίας και πρέπει να περάσεις μέσα από αυτά για  να πας στην αμμουδιά. Από την άλλη πλευρά του δρόμου που όλοι κάνουν βόλτα πάνω κάτω,  το ίδιο κάναμε κι εμείς, υπάρχει μια ωραία κατάφυτη πλαγιά.

VARNA

VARNA

VARNA

 

VARNA

VARNA

Αφού περπατήσαμε στην παραλία, περάσαμε μέσα από το πάρκο που είναι κοντά στη θάλασσα και κάναμε μια στάση για καφέ.

VARNA

Μετά κάναμε ένα πολύ μεγάλο γύρο μέσα στην παλιά πόλη. Εντύπωση μου έκανε ο οργασμός ανακαίνισης. Λες και οι κάτοικοι της Βάρνας (και της Βουλγαρίας ολόκληρης γιατί το ίδιο παρατήρησα και σε όλες τις διαδρομές που κάναμε με  αυτοκίνητο) αποφάσισαν όλοι μαζί να αντικαταστήσουν τα παλιά παράθυρα σε σπίτια και διαμερίσματα με νέα κουφώματα αλουμινίου.

VARNA

VARNA

VARNA

VARNA

VARNA

VARNA

Ενας γλάρος μου έκανε την τιμή να ποζάρει για χάρη μου με φόντο το μοναδικό γκράφιτι που είδα σε ολόκληρη την πόλη. Ηταν στην πίσω πλευρά του θεάτρου.

VARNA

 

VARNA

VARNA

Μετά από περπάτημα ωρών ξαναγυρίσαμε στο κομμάτι της πόλης που βρίσκεται κοντά στη θάλασσα. Στο δρόμο ρωτήσαμε ένα ευγενικό ζευγάρι -μεσήλικες Βούλγαροι που μίλαγαν αγγλικά- που θα μπορούσαμε να φάμε καλά και μας σύστησαν το ψαράδικο της παραλίας, ένα γαλλικό και ένα ιταλικό εστιατόριο. Το ψαράδικο ήταν πράγματι πολλά υποσχόμενο, το είχαμε βάλει από νωρίς στο μάτι.  Χαρούμενοι Βούλγαροι τρώγανε μαριδούλες και άλλα ψαρικά στη λαδόκολα,  παραήταν, όμως, λαϊκό, τα τραπέζια ήταν κολημένα το ένα δίπλα στο άλλο και μύριζε έντονα ψαρίλα. Για λόγους καθαρά αισθητικούς, λοιπόν (και επειδή τις προηγούμενες μέρες είχαμε πείξει στη μιζέρια) προτιμήσαμε το ιταλικό που βρισκόταν μέσα σε έναν ωραίο νοσταλγικό κήπο με μεγάλα δέντρα, που μου θύμιζε εστιατόριο επαρχιακής πόλης στην Ιταλία. Και δεν χάσαμε. Η πίτσα ήταν πεντανόστιμη και τέλεια, με πολύ λεπτή τραγανή ζύμη, όπως ακριβώς θα την έτρωγες στην Ιταλία και πολύ χάρηκα γιαυτό.

Για την ιστορία αναφέρω ότι σκάσαμε τρώγοντας και πληρώσαμε μόλις 5 ευρώ το άτομο (με πουρμπουάρ παρακαλώ). Στη Βουλγαρία πληρώνεις με λέβα αλλά σε μερικά μέρη δέχονται και ευρώ. (Τα 10 ευρώ τα αλλάζουν από 16-19 λέβα.) Το δωμάτιο με πρωϊνό σε ένα συμπαθητικό ξενοδοχείο στην Βάρνα κοστίζει 30 ευρώ. Το ταξί είναι επίσης πολύ φτηνό στη Βουλγαρία. Για μια απόσταση 10χλμ, αν θυμάμαι καλά, πληρώσαμε 7 λέβα.

Στη Βουλγαρία δοκιμάσαμε επίσης σούσι (ναι σούσι, καλά το διάβασες) πολύ ωραία αλλαντικά, τυριά, εξαιρετικό κόκκινο κρασί και μια υπέροχη ρακή-γκράπα. Είμαι γερό ποτήρι και ήπια μπόλικο κρασί στο κοκτέιλ που έδωσε προς τιμήν μας ένα βράδυ ο δήμαρχος της πόλης αλλά αν και ζαλίστηκα ευχάριστα καθόλου δεν με πείραξε, πράγμα που σημαίνει ότι ήταν καλής ποιότητας. (Το στομάχι και το κεφάλι μου δεν ξεγελιούνται ποτέ). Η δεξίωση έγινε σε ένα χλιδάτο μέρος (κάθε τόσο σταματάγανε απέξω τεράστια τζιπ, οι άνδρες -πλήν του δημάρχου που ήταν φίνος και κομψός- ήταν κάπως χοντροκομένοι και οι γυναίκες μοιαζανε όλες με Τζούλια Αλεξανδράτου σε μελαχροινή ή ξανθειά εκδοχή) πάνω στη θάλασσα, λίγο έξω από τη Βάρνα . Ηταν μέσα στο πράσινο και απόρησα γιατί οι διακοσμητές είχαν την έμπνευση να γεμίσουν την παραλία με τεράστιους πλαστικούς φοίνικες με μαύρο κορμό και  (φλούο) σκούρο οινοπνευματί φύλλωμα. Η αμμουδιά πάντως ήταν χρυσαφένια και πεντακάθαρη και οι ξαπλώστρες (και κρεβάτια με ουρανό και κουρτίνες) υπέροχες. Το τελευταίο ποτήρι κρασί το απόλαυσα εκεί πέρα ξαπλωμένη αγναντέβοντας τη θάλασσα και τα φώτα της πόλης. VARNA





Μεγάλο Χωριό – Ταμπέλες

24 04 2009
Το Πάσχα τριγύριζα στα  σοκάκια του χωριού με τη φωτογραφική μου μηχανή στην τσέπη. Στόχος μου αυτή τη φορά ήταν οι ταμπέλες. Ευτυχώς εδώ δεν υπάρχουν επιγραφές με νέον και άλλες κακογουστιές. Οι ταμπέλες είναι ζωγραφισμένες πάνω σε τσίγκο ή σε ξύλο και είναι όλες καλόγουστες  και πολύ τρυφερές.

Το στέκι του Γιαννή, στο Μύλο
Το στέκι του Γιαννή, στο Μύλο

«Το στέκι του Γιαννή» -ναι καλά διάβασες Γιαννή, τον λέμε και όχι Γιάννη-  είναι το πρώτο μαγαζάκι – delikatessen που συναντάς μόλις φτάσεις στο Μεγάλο Χώριο, κάτω στο Μυλοκάλανο απέναντι από το δημόσιο parking .

Λίγο πιο πάνω στη ανηφόρα που οδηγεί στην πλατεία, πλάι πλάι είναι τα μαγαζιά του Πάνου Καρίπη και της Μαρίας Χάσκου

Πάνος Καρίπης

Πάνος Καρίπης

η καινούργια ταμπέλα του Καρίπη

η καινούργια ταμπέλα του Καρίπη

Ειδικότητα του Πάνου τα ζυμαρικά και τα τυριά, ενώ της Μαρίας τα γλυκά κουταλιού, οι μαρμελάδες και τα λικεράκια.

Το Εργαστήρι γλυκών της Μαρίας Χάσκου - Μαχαλιώτη

Το Εργαστήρι γλυκών της Μαρίας Χάσκου - Μαχαλιώτη

Το περίπτερο του Καραμέτα στην πλατεία
Το περίπτερο του Καραμέτα στην πλατεία

Το αμφιλεγόμενο, πλην όμως πασίγνωστο γαλακτομπούρεκο στο καφενείο της Ιωάννας και του Αλέκου Καρβέλη, φέρνει πολλούς λιχούδηδες στο χωριό μας, όλο το χρόνο. Προσωπικά το δοκίμασα -για πρώτη φορά, ναι το ομολογώ-  τη Μεγάλη Παρασκευή μετά τον Επιτάφειο και μου άρεσε γιατί ήταν ελαφρύ και όχι πολύ γλυκό.

Το γαλακτομπούρεκο του Καρβέλη

Το γαλακτομπούρεκο του Καρβέλη

 Η Ελένη Δασκαλάκη είναι ζωγράφος. Σπούδασε στην Ιταλία. Εδώ και αρκετά χρόνια έχει εγκατασταθεί στο χωριό και στο εργαστήριό της ετοιμάζει  διάφορα ωραία διακοσμητικά από φυσικά υλικά. Μ’αρέσουν πολύ τα στεφάνια της από ξερά λουλούδια και κλαριά και βέβαια οι ταμπέλες της. Η Ελένη, που υπογράφει ΕΔΑΣ, έχει φιλοτεχνήσει τις περισσότερες ταμπέλες σε επιχειρήσεις της περιοχής.

Το εργαστήριο της Ελένης Δασκαλάκη

Το εργαστήριο της Ελένης Δασκαλάκη

Εργο της Ελένης είναι και τα ωραία γραμματοκιβώτια, το ένα έξω από το εργαστήριό της και το άλλο έξω από το Παραμύθι.

το γραμματοκιβώτιο της Ελένης

το γραμματοκιβώτιο της Ελένης

το γραμματοκιβώτιο του Φώτη

το γραμματοκιβώτιο του Φώτη

Το «Παραμύθι» είναι το στέκι των νεώτερων -οι μεγαλύτεροι προτιμούν να τα πίνουν στο ξενοδοχείο στην πλατεία.
Το "Παραμύθι" του Φώτη

Το "Παραμύθι" του Φώτη

 Εδώ που σήμερα είναι το «Παραμύθι» παλιότερα βρισκόταν η χασαποταβέρνα του Γιώργου Πριόβολου.  Το πρωί αγοράζαμε κρέας για το σπίτι  και το βράδυ τρώγαμε υπέροχα ψητά. (Αυτή η φωτογραφία δεν είναι δική μου, ας είναι καλά ο ξάδερφος ο Σταύρος Πριόβολος, ο γιος του θείου Γιώργου, που μου την έστειλε.)

Χασάπικο το πρωί, ταβέρνα το βράδυ

Χασάπικο το πρωί, ταβέρνα το βράδυ

Το μαγαζί του Κρίκου έχει κλείσει πια αλλά είναι καλοδιατηρημένο και το καλοκαίρι εδώ απέξω λειτουργεί η «μικρή Βουλή» – κατάλαβες τώρα. 

τα ψιλικά του Κρίκου

τα ψιλικά του Κρίκου

 Στου Βαστάκη θα φας τα καλύτερα σουβλάκια της επικράτειας από νόστιμο κρέας, κομένο στο χέρι και σαλάτα με εξαιρετικό αγουρέλαιο.

Η ψησταριά του Βαστάκη

Η ψησταριά του Βαστάκη

Παλιά στο χωριό υπήρχαν πολλά μαγαζιά: μπακάλικα, ραφεία, τσαγκάρικα, μόνο φούρνο δεν είχαμε, το ψωμί το έψηναν οι νοικοκυρές στο φούρνο του σπιτιού. Τώρα κλείσανε όλα αυτά εκτός από το οινοπαναντοπωλείο του Κωστούλα Βονόρτα, που γερνάει μαζί με τον ιδιοκτήτη και τους πελάτες του.

Το παλιό καφενείο-μπακάλικο του Κωστούλα

Το παλιό καφενείο-μπακάλικο του Κωστούλα

Λαογραφικό Μουσείο Μεγάλου Χωριού

Λαογραφικό Μουσείο Μεγάλου Χωριού

Στο λαογραφικό μας μουσείο συγκινούμαι κάθε φορά που βλέπω μεταξύ άλλων  -οικογενειακών ενθυμίων- ταμπέλες και αντικείμενα από τα παλιά μαγαζάκια όπως το παπουτσίδικο του Αναγνωστόπουλου.

το τσαγκάρικο στο μουσείο

το τσαγκάρικο στο μουσείο

το τσαγκάρικο του Σωτήρη όπως ήταν παλιά

το τσαγκάρικο του Σωτήρη όπως ήταν παλιά

Από ένα ρεπορτάζ με ταμπέλες δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι ξενώνες. Στο χωριό υπάρχουν πολλοί, δεν έχουν όμως όλοι ταμπέλα, όπως η «Ανεράδα» -by the way το πρώτο και πιο cute boutique hotel στην Ελλάδα-, η «Φωλίτσα, το «Αγνάντι» και το «Πέτρινο».

Ο ρομαντικός ξενώνας της Μαρίας Γιαννάκου

Ο ρομαντικός ξενώνας της Μαρίας Γιαννάκου

 

το "Πέτρινο" της Βασιλικής Ιμβρου

το "Πέτρινο" της Βασιλικής Ιμβρου

 

Ο ξενώνας της Βαλεντίνας Πριόβολου

Ο ξενώνας της Βαλεντίνας Πριόβολουτα δωμάτια της Φρόσως Γιαννακοπούλου

Άφησα για το τέλος την ταμπέλα του Γιώργου Γιαννακόπουλου στον Αη Θανάση. Είναι η χειρότερη και θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε. Καΐ είναι κρίμα γιατί αδικεί το εστιατόριο που έχει καλό φαγητό και ωραίο περιβάλλον στην εξοχή.
το εστιατόριο του Γιώργου Γιαννακόπουλου στον Αη Θανάση

το εστιατόριο του Γιώργου Γιαννακόπουλου στον Αη Θανάση